Η σφαγή στο δάσος του Κατύν παραμένει μία από τις πιο ανατριχιαστικές και αμφιλεγόμενες σελίδες του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, αντιπροσωπεύοντας τη συστηματική εξόντωση της πολωνικής ελίτ από τις σοβιετικές δυνάμεις. Τον Απρίλιο και τον Μάιο του 1940, χιλιάδες Πολωνοί αιχμάλωτοι πολέμου, κυρίως αξιωματικοί, αστυνομικοί και διανοούμενοι, μεταφέρθηκαν κρυφά σε φυλακές της NKVD και εκτελέστηκαν με μια σφαίρα στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Η επιχείρηση ήταν σχολαστικά οργανωμένη, με τις εκτελέσεις να πραγματοποιούνται συχνά σε ηχομονωμένα κελιά, ώστε να μην διαρρεύσει η φρίκη στον έξω κόσμο, ενώ τα πτώματα μεταφέρονταν με φορτηγά σε μαζικούς τάφους στο δάσος του Κατύν και σε άλλες τοποθεσίες.
Το σχέδιο της εξόντωσης εγκρίθηκε απευθείας από τον Ιωσήφ Στάλιν και το σοβιετικό Πολιτικό Γραφείο, μετά από εισήγηση του επικεφαλής της μυστικής αστυνομίας, Λαβρέντι Μπέρια. Ο στόχος ήταν σαφής: η εξάλειψη οποιουδήποτε θα μπορούσε να αποτελέσει απειλή για τη σοβιετική κυριαρχία στην ανατολική Πολωνία, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που είχαν τις ικανότητες να ηγηθούν μιας μελλοντικής εξέγερσης ή να αποτελέσουν την πνευματική ηγεσία της χώρας. Μεταξύ των θυμάτων ήταν καθηγητές, δημοσιογράφοι, συγγραφείς και δημόσιοι λειτουργοί, οι οποίοι θεωρήθηκαν «αμετανόητοι εχθροί της σοβιετικής εξουσίας».
Η αποκάλυψη της σφαγής έγινε με ειρωνικό τρόπο από τους Ναζί το 1943, οι οποίοι χρησιμοποίησαν το εύρημα ως προπαγανδιστικό εργαλείο για να προκαλέσουν ρήγμα στις σχέσεις μεταξύ της Σοβιετικής Ένωσης και των Δυτικών Συμμάχων. Παρά τα συντριπτικά στοιχεία που έδειχναν τη σοβιετική ενοχή, ο Στάλιν αρνήθηκε κατηγορηματικά τις κατηγορίες, επιρρίπτοντας την ευθύνη στους Γερμανούς. Λόγω της κρίσιμης συμμαχίας με την ΕΣΣΔ κατά του Χίτλερ, ο Τσόρτσιλ και ο Ρούζβελτ επέλεξαν να αγνοήσουν την αλήθεια εκείνη την εποχή, αποφεύγοντας κάθε έρευνα που θα μπορούσε να διαταράξει το ανατολικό μέτωπο, παρά τις έντονες διαμαρτυρίες της εξόριστης πολωνικής κυβέρνησης.
Η επίσημη παραδοχή της σοβιετικής ενοχής ήρθε μόλις το 1990 από τον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, ο οποίος έδωσε στη δημοσιότητα απόρρητα έγγραφα που επιβεβαίωναν τον ρόλο της NKVD και του ίδιου του Στάλιν. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, υπό το καθεστώς του Βλαντιμίρ Πούτιν, παρατηρείται μια προσπάθεια αναθεώρησης της ιστορίας και επαναφοράς της θεωρίας περί γερμανικής ευθύνης, παρά τα ιστορικά τεκμήρια. Η σφαγή του Κατύν δεν είναι μόνο ένα έγκλημα πολέμου, αλλά και μια διαρκής υπενθύμιση του πώς η πολιτική σκοπιμότητα μπορεί να συγκαλύψει την αλήθεια για δεκαετίες, αφήνοντας τις οικογένειες των θυμάτων να αναζητούν δικαιοσύνη μέσα από τις στάχτες της ιστορίας.