Ο Μένιος Κουτσόγιωργας υπήρξε μία από τις πιο ισχυρές και αμφιλεγόμενες προσωπικότητες της μεταπολιτευτικής Ελλάδας, συνδέοντας το όνομά του άρρηκτα με την άνοδο και την κυριαρχία του ΠΑΣΟΚ τη δεκαετία του 1980. Γεννημένος στην Αχαΐα το 1922, ξεκίνησε την καριέρα του ως αξιωματικός της Αστυνομίας Πόλεων πριν στραφεί στη δικηγορία και την πολιτική. Ως στενός συνεργάτης και προσωπικός δικηγόρος του Ανδρέα Παπανδρέου, διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στις εκλογικές νίκες του κινήματος, ενώ οι θητείες του σε κρίσιμα υπουργεία, όπως το Εσωτερικών και το Δικαιοσύνης, τον κατέστησαν έναν από τους βασικούς πυλώνες της κυβερνητικής εξουσίας.
Η πολιτική του σταδιοδρομία σημαδεύτηκε από έντονες συγκρούσεις και ιστορικές ατάκες, αλλά η μεγαλύτερη δοκιμασία ήρθε με το ξέσπασμα του σκανδάλου Κοσκωτά στα τέλη της δεκαετίας του '80. Ο Κουτσόγιωργας κατηγορήθηκε για την κατάθεση μιας τροπολογίας, γνωστής ως «κουτσονόμος», η οποία θεωρήθηκε ότι ευνοούσε τον επιχειρηματία Γιώργο Κοσκωτά. Οι αποκαλύψεις για μια κατάθεση 2 εκατομμυρίων δολαρίων σε ελβετική τράπεζα στο όνομά του, που παρουσιάστηκε ως αντάλλαγμα για την ευνοϊκή μεταχείριση, τον έφεραν στο επίκεντρο μιας δικαστικής και πολιτικής θύελλας που συγκλόνισε τη χώρα και οδήγησε στην παραπομπή του στο Ειδικό Δικαστήριο.
Το κλίμα της εποχής ήταν εξαιρετικά πολωμένο, με τη Νέα Δημοκρατία και τον Συνασπισμό να επιδιώκουν την πολιτική κάθαρση μέσω της δίκης του αιώνα. Ο Κουτσόγιωργας ήταν ο μόνος από τους κατηγορούμενους υπουργούς που προφυλακίστηκε προσωρινά, παρά τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε. Κατά τη διάρκεια της δίκης, η οποία μεταδιδόταν ζωντανά από την τηλεόραση, ο πρώην υπουργός υπεραμύνθηκε με σθένος της αθωότητάς του, εξαπολύοντας επιθέσεις κατά των δικαστικών λειτουργών και των μαρτύρων κατηγορίας, σε μια προσπάθεια να αποδείξει ότι η δίωξή του ήταν καθαρά πολιτική.
Το τέλος γράφτηκε με τον πιο δραματικό τρόπο μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου τον Απρίλιο του 1991. Κατά τη διάρκεια εξέτασης μάρτυρα, ο Μένιος Κουτσόγιωργας υπέστη βαρύ εγκεφαλικό επεισόδιο μπροστά στις κάμερες, ψελλίζοντας ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει. Λίγες ημέρες αργότερα άφησε την τελευταία του πνοή στο νοσοκομείο. Ο θάνατός του σήμανε το τέλος της δίωξης εναντίον του, αλλά άφησε ανοιχτή την πολιτική συζήτηση για το αν η δίκη εκείνη ήταν πράγματι μια πράξη δικαιοσύνης ή μια απόπειρα φυσικής και πολιτικής εξόντωσης των αντιπάλων της τότε κυβέρνησης.