Ο Γεώργιος Γεωργαλάς υπήρξε μία από τις πιο αμφιλεγόμενες και πολυδιάστατες προσωπικότητες της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, έχοντας συνδέσει το όνομά του με την επικοινωνιακή στρατηγική του καθεστώτος της 21ης Απριλίου. Γεννημένος στο Κάιρο το 1928, ξεκίνησε την πολιτική του δράση από τον χώρο της αριστεράς, όντας κομμουνιστής από την εφηβεία του. Η ζωή του πήρε μια απρόσμενη τροπή κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, όταν μετά από μια περιπετειώδη απόδραση από το στρατοδικείο, κατέφυγε στη Βουδαπέστη ως πολιτικός πρόσφυγας. Εκεί φοίτησε σε κομματικές σχολές και εργάστηκε ως εκφωνητής, αποκτώντας βαθιά γνώση των μηχανισμών προπαγάνδας του ανατολικού μπλοκ, στοιχεία που αργότερα θα αξιοποιούσε από την αντίθετη ιδεολογική πλευρά.
Η επιστροφή του στην Ελλάδα στα τέλη της δεκαετίας του '50 σηματοδότησε την πλήρη ιδεολογική του μεταστροφή. Ο Γεωργαλάς εξελίχθηκε σε σφοδρό αντικομμουνιστή και ειδικό σύμβουλο των ενόπλων δυνάμεων σε θέματα ψυχολογικού πολέμου. Με την επικράτηση της δικτατορίας το 1967, αναδείχθηκε στον κεντρικό εγκέφαλο της κρατικής προπαγάνδας, ιδρύοντας τη Γενική Γραμματεία Τύπου και Πληροφοριών και αποτελώντας τον πρώτο κυβερνητικό εκπρόσωπο. Η καθημερινή του παρουσία στην κρατική τηλεόραση τον κατέστησε το πρόσωπο του καθεστώτος, ενώ οι αναλύσεις του για τη «σοβιετολογία» και η προσπάθειά του να δώσει ένα επιστημονικοφανές υπόβαθρο στον αντικομμουνισμό χαρακτήρισαν την επικοινωνιακή πολιτική της εποχής.
Μετά τη μεταπολίτευση, ο Γεωργαλάς αντιμετώπισε δικαστικές διώξεις για τη συνεργασία του με τη χούντα, αλλά κατάφερε να αποφύγει την καταδίκη για εσχάτη προδοσία λόγω της νομικής ερμηνείας του «στιγμιαίου» αδικήματος. Παρέμεινε ενεργός στον εθνικιστικό χώρο, εργαζόμενος ως δημοσιογράφος και συγγραφέας πολυάριθμων βιβλίων ιστορικού και πολιτικού περιεχομένου. Η επιρροή του συνέχισε να υφίσταται σε μεταγενέστερους πολιτικούς σχηματισμούς και προσωπικότητες της δεξιάς, ενώ το όνομά του ήρθε ξανά στη δημοσιότητα μέσα από δικαστικές διαμάχες που αφορούσαν την πατρότητα βιβλίων πολιτικών προσώπων.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε στην Παλαιά Πεντέλη, αντιμετωπίζοντας σοβαρά προβλήματα υγείας και ζώντας κυρίως από τις πωλήσεις των συγγραμμάτων του. Ο θάνατός του το 2016 έκλεισε ένα κεφάλαιο για έναν άνθρωπο που ξεκίνησε ως στέλεχος του κομμουνιστικού κινήματος για να καταλήξει ο «αρχιτέκτονας» της προπαγάνδας μιας στρατιωτικής δικτατορίας. Η διαδρομή του παραμένει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα των ιδεολογικών μεταβολών και των σκοτεινών πτυχών που διαμόρφωσαν την πολιτική ζωή της Ελλάδας κατά τον 20ό αιώνα.