Όταν αναφερόμαστε στον Λόρδο Έλγιν, το μυαλό όλων πηγαίνει αυτόματα στην αρπαγή των Γλυπτών του Παρθενώνα. Ωστόσο, η δράση του Βρετανού διπλωμάτη δεν περιορίστηκε στην Αθήνα. Πριν καν ξεκινήσει η απογύμνωση της Ακρόπολης, ο Έλγιν είχε βάλει στο στόχαστρο πολύτιμες αρχαιότητες από άλλες περιοχές της τότε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, χρησιμοποιώντας τη βία και την πολιτική του επιρροή για να κάμψει την άρνηση των τοπικών πληθυσμών.
Η ιστορία των αρχαιοτήτων του Γενή Σερ (το αρχαίο Σίγειον στην Τρωάδα) αποτελεί ένα συγκλονιστικό παράδειγμα του πώς οι Έλληνες της εποχής προσπάθησαν να προστατεύσουν την κληρονομιά τους, ακόμη και με ακραία μέσα, απέναντι στην ευρωπαϊκή αρχαιοκαπηλία που υποστηριζόταν από την οθωμανική ισχύ.
Ο Πρέσβης με τις «Έκτακτες Εξουσίες»
Το 1799, ο Τόμας Μπρους, 7ος Κόμης του Έλγιν, διορίστηκε πρέσβης της Μεγάλης Βρετανίας στην Υψηλή Πύλη. Η χρονική συγκυρία ήταν ιδανική για εκείνον: η Βρετανία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν σύμμαχοι κατά του Ναπολέοντα, ο οποίος είχε καταλάβει την Αίγυπτο. Ως εκπρόσωπος μιας σωτήριας στρατιωτικής δύναμης, ο Έλγιν απολάμβανε πρωτοφανή προνόμια, με τους Τούρκους αξιωματούχους να είναι πρόθυμοι να ικανοποιήσουν κάθε του επιθυμία, περιλαμβανομένης της συλλογής αρχαιοτήτων.
Τα Κειμήλια του Γενή Σερ: Η Στήλη του Φανόδικου
Κατά τη διάρκεια μιας εκδρομής στην Τρωάδα, ο Έλγιν επισκέφθηκε το χωριό Γενή Σερ, όπου οι Έλληνες κάτοικοι είχαν ανακαλύψει δύο εξαιρετικής σημασίας μαρμάρινες πλάκες έξω από την εκκλησία τους:
- Μια ανάγλυφη στήλη: Απεικόνιζε πέντε γυναικείες μορφές (σήμερα ταυτίζονται με ιέρειες που λατρεύουν μια θεότητα).
- Η Στήλη του Φανόδικου: Μια από τις παλαιότερες ελληνικές επιγραφές, γραμμένη σε βουστροφηδόν γραφή (από αριστερά προς τα δεξιά και αντίστροφα, όπως οργώνουν τα βόδια), που χρονολογείται στον 6ο αιώνα π.Χ.
Για τους ντόπιους, αυτά τα μάρμαρα δεν ήταν απλά αρχαιότητες· ήταν μέρος της καθημερινότητάς τους, χρησιμοποιούνταν ως καθίσματα στο προαύλιο του ναού και περιβάλλονταν από μια αύρα ιερότητας και προστασίας.
Η Ηρωική Άρνηση των Κατοίκων και η Αυτοκαταστροφή
Πολλοί Ευρωπαίοι περιηγητές και πρέσβεις (όπως οι Γάλλοι Σουαζέλ-Γκουφιέ και ο πρέσβης του Λουδοβίκου 14ου) είχαν προσφέρει τεράστια ποσά για να αγοράσουν τις πλάκες. Οι Έλληνες, με επικεφαλής τον ιερέα τους, αρνήθηκαν κατηγορηματικά κάθε προσφορά. Πίστευαν ότι η απομάκρυνση των μαρμάρων θα έφερνε κατάρα και επιδημίες στο χωριό.
Όταν οι πιέσεις έγιναν αφόρητες, οι κάτοικοι προχώρησαν σε μια πράξη απόγνωσης: έσπασαν τα κεφάλια των ανάγλυφων μορφών και έσβησαν τμήματα της επιγραφής, ελπίζοντας ότι η καταστροφή θα μείωνε την αξία των αρχαιοτήτων και οι ξένοι θα έχαναν το ενδιαφέρον τους. Δυστυχώς, αυτό δεν εμπόδισε τον Έλγιν.
Η Βίαιη Αρπαγή με την Κάλυψη των Οθωμανών
Όταν ο Έλγιν συνειδητοποίησε ότι οι Έλληνες δεν θα πωλούσαν ποτέ τα κειμήλια, ζήτησε τη βοήθεια του Καπουδάν Πασά (του Τούρκου ναυάρχου). Ο Πασάς έστειλε ένοπλους στρατιώτες στο χωριό, οι οποίοι με τη βία απέσπασαν τις πλάκες, ενώ οι κάτοικοι έκλαιγαν και προσπαθούσαν μάταια να εμποδίσουν την αρπαγή.
Οι πλάκες φορτώθηκαν σε αγγλικό πολεμικό πλοίο ως λάφυρα. Το 1816, ο Έλγιν τις πούλησε στο Βρετανικό Μουσείο μαζί με τα Μάρμαρα του Παρθενώνα, όπου εκτίθενται μέχρι σήμερα.
Δεισιδαιμονία ή Ένστικτο Προστασίας;
Οι Βρετανοί περιηγητές της εποχής, όπως ο Φίλιπ Χαντ, χλεύασαν τις πεποιθήσεις των Ελλήνων, αποδίδοντας την άρνησή τους σε «αγράμματη δεισιδαιμονία». Ανέφεραν ότι οι ντόπιοι κύλούσαν τους ασθενείς πάνω στην επιγραφή για να θεραπευτούν από την ελονοσία, αποδίδοντάς της μαγικές δυνάμεις.
Ωστόσο, πίσω από αυτή τη «δεισιδαιμονία» κρυβόταν το ανόθευτο ένστικτο ενός λαού να διατηρήσει την πολιτιστική του κληρονομιά, ακόμη και χωρίς να μπορεί να την «διαβάσει» επιστημονικά. Ενώ οι μορφωμένοι Ευρυπαίοι ευγενείς δικαιολογούσαν την αρχαιοκαπηλία ως «υψηλό προνόμιο», οι απλοί Έλληνες του Γενή Σερ απέδειξαν ότι ο σεβασμός στην ιστορία δεν απαιτεί τίτλους ευγενείας, αλλά ψυχή.