Η αυλαία της ζωής του κορυφαίου στρατηλάτη της Ελληνικής Επανάστασης, Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, έπεσε με έναν τρόπο σχεδόν προφητικό. Λίγα χρόνια πριν το τέλος, στις 13 Νοεμβρίου 1838, ο Γέρος μίλησε στους μαθητές του Γυμνασίου στην Πνύκα, αψηφώντας τις κυβερνητικές απαγορεύσεις και τη χωροφυλακή που έσπευσε να τον σταματήσει. «Άδικα θα πάτε, τα είπα όλα», τους φώναξε πειρακτικά κατά την επιστροφή του. Ήταν μια από τις τελευταίες δημόσιες εμφανίσεις του πριν ο θάνατος τον αναζητήσει, όχι στα πεδία των μαχών, αλλά στην ηρεμία της απελευθερωμένης Αθήνας.
Το ένστικτο του Κολοκοτρώνη τον είχε προειδοποιήσει για το επερχόμενο τέλος. Λίγους μήνες πριν κλείσει τα μάτια του, πραγματοποίησε μια συγκινητική περιοδεία σε ολόκληρο τον Μοριά, αποχαιρετώντας φίλους και εχθρούς. Ζήτησε και έδωσε συγχώρεση από όλους, ακόμη και από τον Κουντουριώτη ή τον υπουργό Σχινά που είχε πιέσει για την καταδίκη του στη διαβόητη δίκη. Προετοίμαζε τον εαυτό του για το «μακρινό ταξίδι» με μια πρωτοφανή πνευματική γαλήνη, κλείνοντας όλες τις εκκρεμότητες του παρελθόντος.
Οι τελευταίες του ημέρες ήταν γεμάτες χαρά και ζωντάνια. Την 1η Φεβρουαρίου 1843, ο Γέρος πάντρεψε τον γιο του Κολίνο με την εγγονή του πρίγκιπα Ιωάννη Καρατζά, σε έναν γάμο που αποτέλεσε το κοσμικό γεγονός της χρονιάς. Δύο ημέρες αργότερα, στον χορό των ανακτόρων, ο Κολοκοτρώνης ήταν η ψυχή της γιορτής. Ζήτησε από τον βασιλιά να παίξουν δημοτικά τραγούδια και χόρεψε με τις κυρίες των τιμών, δηλώνοντας με νόημα στον Αναγνώστη Δεληγιάννη πως ήθελε να γλεντήσει τις τελευταίες του στιγμές.
Η μοιραία νύχτα ήρθε αμέσως μετά την επιστροφή του από το παλάτι. Γύρω στα μεσάνυχτα υπέστη εγκεφαλική συμφόρηση και παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες των κορυφαίων γιατρών της εποχής, η καρδιά του σταμάτησε να χτυπά στις 11 το πρωί της 4ης Φεβρουαρίου 1843. Η είδηση συγκλόνισε την πρωτεύουσα. Τα καταστήματα έκλεισαν και ο λαός ξεχύθηκε στους δρόμους, αρνούμενος να πιστέψει ότι ο «αθάνατος» ήρωας δεν ήταν πια ανάμεσά τους. Στο σπαρακτικό προσκλητήριο του θανάτου, του φόρεσαν τη στολή του στρατηγού, τον έζωσαν με το σπαθί του Αγώνα και τοποθέτησαν συμβολικά μια τουρκική σημαία στα πόδια του.
Η κηδεία του Κολοκοτρώνη μετατράπηκε σε πάνδημο εθνικό πένθος. Το Συμβούλιο της Επικρατείας διέκοψε τις εργασίες του και η κυβέρνηση κήρυξε τριήμερο πένθος, ενώ η νεκρώσιμη πομπή διέσχισε τους δρόμους της Αθήνας μέσα σε κλίμα βαθιάς οδύνης. Στην εκκλησία της Αγίας Ειρήνης, οι γιοί του, Γενναίος και Κολίνος, λύγισαν μπροστά στο μέγεθος της απώλειας, ενώ ο επικήδειος λόγος του Οικονόμου εξ Οικονόμων συγκίνησε τα πλήθη. Με τον ήχο των κανονιοβολισμών να αντηχεί ως το τελευταίο «αντίο», ο στρατηγός των Ελλήνων πέρασε οριστικά στην αιωνιότητα και στη μνήμη του έθνους.