Είναι ένας από τους μεγαλύτερους φόβους κάθε μαθητή και γονέα: ενώ το παιδί έχει διαβάσει προσεκτικά την ύλη και έχει προετοιμαστεί κατάλληλα, ξαφνικά, λίγο πριν ή κατά τη διάρκεια των εξετάσεων, νιώθει το μυαλό του να «αδειάζει». Αυτή η αιφνίδια αδυναμία ανάκλησης πληροφοριών, όπου το παιδί μοιάζει να μην θυμάται ούτε τα βασικά, ονομάζεται διανοητικό μπλοκάρισμα. Πρόκειται για ένα παροδικό φαινόμενο που πυροδοτείται από το έντονο στρες και μπορεί να επηρεάσει όχι μόνο τη μνήμη, αλλά και την αντίληψη ή τη λογική σκέψη του μαθητή.
Όταν συμβαίνει μια τέτοια «διακοπή ρεύματος» στο μυαλό, η πρώτη και πιο σημαντική κίνηση είναι η άμεση παύση της μελέτης. Το να πιέζουμε έναν μαθητή που έχει μπλοκάρει να συνεχίσει το διάβασμα είναι συνήθως ανώφελο και το μόνο που καταφέρνει είναι να αυξάνει τον πανικό. Ένα μικρό διάλειμμα είναι απαραίτητο για να αποφορτιστεί το νευρικό σύστημα. Σε αυτό το σημείο, ο ρόλος του γονέα είναι καθοριστικός. Αντί να παρασυρθεί από το άγχος του παιδιού, ο γονέας οφείλει να λειτουργήσει ως πυλώνας ηρεμίας, εξηγώντας ότι αυτή η κατάσταση είναι προσωρινή και απόλυτα φυσιολογική υπό συνθήκες πίεσης.
Μια πολύ βοηθητική προσέγγιση για να καθησυχάσετε το παιδί είναι η μεταφορά με τα «συρταράκια» του μυαλού. Μπορείτε να του εξηγήσετε ότι όλες οι γνώσεις που απέκτησε παραμένουν αποθηκευμένες στη θέση τους, απλώς το «συρταράκι» έχει κολλήσει προσωρινά λόγω του άγχους και δεν ανοίγει. Όπως ακριβώς ένα πραγματικό συρτάρι που μαγκώνει, έτσι και το μυαλό δεν χρειάζεται ζόρισμα και βία για να λειτουργήσει ξανά, αλλά μια ήπια και ψύχραιμη προσέγγιση που θα επιτρέψει στη ροή των πληροφοριών να αποκατασταθεί οργανικά.
Εκτός από το απόλυτο κενό μνήμης, το διανοητικό μπλοκάρισμα μπορεί να εμφανιστεί και ως έλλειψη εστίασης ή διασκορπισμένη σκέψη. Σε αυτή την περίπτωση, ο μαθητής γνωρίζει τις απαντήσεις, αλλά δυσκολεύεται να τις βάλει σε μια λογική σειρά. Οι σκέψεις του μοιάζουν ανακατεμένες, με αποτέλεσμα να πηδάει από το ένα θέμα στο άλλο χωρίς ειρμό και να νιώθει ότι τελικά δεν μπορεί να απαντήσει συγκροτημένα. Είναι η στιγμή που το παιδί νιώθει ότι «τα ξέρει αλλά δεν μπορεί να τα πει», κάτι που επιτείνει το αίσθημα της ματαίωσης.
Για να ξεπεραστεί αυτό το είδος του μπλοκαρίσματος, υπάρχουν πρακτικές τεχνικές οργάνωσης της σκέψης. Ο μαθητής μπορεί να κλείσει για λίγο τα μάτια και να προσπαθήσει να οπτικοποιήσει τη σελίδα του βιβλίου ή να θέσει στον εαυτό του καθοδηγητικές ερωτήσεις. Ρωτώντας, για παράδειγμα, «ποιο είναι το πρώτο βήμα;», «τι ακολουθεί μετά;» ή «ποιο είναι το τελικό συμπέρασμα;», βοηθά το μυαλό του να ιεραρχήσει τις πληροφορίες. Με αυτόν τον τρόπο, η σκέψη αποκτά ξανά δομή και το παιδί ανακτά την αυτοπεποίθησή του, καταφέρνοντας τελικά να δείξει το πραγματικό επίπεδο των γνώσεών του.