Ο Γεώργιος Παπαδόπουλος, γεννημένος το 1919 στο Ελαιοχώρι Αχαΐας, υπήρξε η κεντρική φιγούρα της στρατιωτικής δικτατορίας που επιβλήθηκε στην Ελλάδα το 1967. Γιος δασκάλου με οικογενειακούς δεσμούς με τον Γεώργιο Παπανδρέου, ακολούθησε στρατιωτική καριέρα αποφοιτώντας από τη Σχολή Ευελπίδων το 1940, λίγο πριν την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου. Η διαδρομή του στον στρατό σημαδεύτηκε από τη συμμετοχή του στον εμφύλιο πόλεμο και τη μετέπειτα εκπαίδευσή του στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ τη δεκαετία του 1950 εντάχθηκε σε παραστρατιωτικές οργανώσεις όπως ο ΙΔΕΑ, προετοιμάζοντας το έδαφος για τη μετέπειτα εκτροπή.
Πριν το πραξικόπημα, το όνομα του Παπαδόπουλου ενεπλάκη σε σκοτεινές υποθέσεις, όπως το «σχέδιο Περικλής» για τον επηρεασμό των εκλογών του 1961 και η προβοκάτσια του σαμποτάζ στον Έβρο το 1965. Παρά τις κατηγορίες για βασανισμούς στρατιωτών και ηθική αυτουργία σε δολιοφθορές, κατάφερε να απαλλαγεί χάρη στην πολιτική αστάθεια της περιόδου της Αποστασίας. Η ανάληψη θέσης στο Γενικό Επιτελείο Στρατού το 1966 του επέτρεψε να οργανώσει μεθοδικά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, το οποίο κατέλυσε τη δημοκρατία και τον έφερε στην κορυφή της εξουσίας, αρχικά ως υπουργό και αργότερα ως πρωθυπουργό και αντιβασιλέα.
Η διακυβέρνηση Παπαδόπουλου χαρακτηρίστηκε από την πλήρη καταστολή των πολιτικών ελευθεριών, τις διώξεις αντιφρονούντων και την απόπειρα νομιμοποίησης του καθεστώτος μέσω ενός ελεγχόμενου δημοψηφίσματος το 1973, το οποίο τον ανακήρυξε Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ωστόσο, η εξέγερση του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο του 1973 και το εσωτερικό πραξικόπημα του Δημητρίου Ιωαννίδη που ακολούθησε, οδήγησαν στην ανατροπή του και στον κατ’ οίκον περιορισμό του. Η τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974 έφερε την κατάρρευση της δικτατορίας και την επιστροφή της χώρας στη δημοκρατική ομαλότητα, θέτοντας τον Παπαδόπουλο ενώπιον της δικαιοσύνης.
Στη δίκη των πρωταιτίων της χούντας το 1975, ο Παπαδόπουλος καταδικάστηκε σε θάνατο για στάση και εσχάτη προδοσία, ποινή που μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη. Παρέμεινε έγκλειστος στις φυλακές Κορυδαλλού μέχρι το τέλος της ζωής του, αρνούμενος πεισματικά να ζητήσει χάρη ή να εκφράσει μεταμέλεια για τις πράξεις του. Πέθανε το 1999 στο Λαϊκό Νοσοκομείο, όπου νοσηλευόταν για χρόνια, αφήνοντας πίσω του μια κληρονομιά που παραμένει ένα από τα πιο μελανά κεφάλαια της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, διχάζοντας ακόμα και σήμερα εκείνους που τον θεωρούν ηγέτη και εκείνους που τον χαρακτηρίζουν εγκληματία.