Οι λεγόμενες «ψηφιακές διευκολύνσεις» παρουσιάστηκαν αρχικά ως το μεγάλο βήμα για τον εκσυγχρονισμό του ελληνικού σχολείου. Στην πράξη, όμως, για τη μεγάλη πλειονότητα των εκπαιδευτικών, η εξέλιξη αυτή μεταφράστηκε σε μια εξαντλητική καθημερινότητα γεμάτη ατέλειωτες καταχωρίσεις δεδομένων, διαρκείς ενημερώσεις συστημάτων και τη διαχείριση μιας πληθώρας πλατφορμών. Αν κάποιος παρατηρούσε σήμερα τη διοικητική λειτουργία των σχολικών μονάδων, θα διαπίστωνε με ευκολία ότι η εκπαίδευση έχει εισέλθει σε μια ιδιότυπη εποχή «πλατφορμοποίησης», όπου ο ψηφιακός φόρτος τείνει να επισκιάσει το ίδιο το παιδαγωγικό έργο.
Η καθημερινότητα ενός εκπαιδευτικού στον 21ο αιώνα δεν περιορίζεται πλέον στη διδασκαλία και την αλληλεπίδραση με τους μαθητές. Πίσω από την κλειστή πόρτα της τάξης εκτείνεται ένα διαρκώς διογκούμενο σύμπαν εξωεκπαιδευτικών υποχρεώσεων. Ψηφιακές υποβολές, φόρμες αξιολόγησης, ηλεκτρονικές αναφορές και εργαλεία επικοινωνίας με τους γονείς συνθέτουν ένα πυκνό πλέγμα που καταναλώνει πολύτιμο χρόνο και ψυχική ενέργεια. Παρά την υπόσχεση για απλούστευση και εξοικονόμηση χρόνου, η γραφειοκρατία φαίνεται να πολλαπλασιάζεται, μετατρέποντας το σχολείο σε έναν χώρο συνεπούς και ασταμάτητης καταγραφής στατιστικών στοιχείων.
Το φαινόμενο της «διοικητικής υπερφόρτωσης» αναγκάζει τον εκπαιδευτικό να υιοθετεί ταυτόχρονα πολλαπλούς ρόλους: του διαχειριστή δεδομένων, του κοινωνικού λειτουργού, του διαμεσολαβητή και του συμβούλου. Συχνά, η σχολική ημέρα δεν τελειώνει με το τελευταίο κουδούνι, αλλά συνεχίζεται στο σπίτι, μπροστά σε μια οθόνη υπολογιστή, προκειμένου να τηρηθούν οι ασφυκτικές προθεσμίες των πλατφορμών. Αυτή η «ψηφιακή καταιγίδα» πινάκων και αναφορών δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου η εκπαίδευση κινδυνεύει να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά με όρους αριθμών, παραγνωρίζοντας την ουσία της ανθρώπινης σχέσης.
Η τεχνολογία είναι αναμφίβολα ένα πολύτιμο εργαλείο όταν σχεδιάζεται με γνώμονα τη διευκόλυνση της εκπαιδευτικής πράξης. Ωστόσο, η τρέχουσα κατάσταση στο ελληνικό σχολείο εγείρει σοβαρά ερωτήματα για το αν οι ψηφιακές εφαρμογές υπηρετούν τον εκπαιδευτικό ή αν απλώς μεταφέρουν νέες μορφές γραφειοκρατικής καταπίεσης μέσα στην τάξη. Όταν ο χρόνος για προετοιμασία μαθήματος και ουσιαστική συζήτηση με τους μαθητές περιορίζεται από την ανάγκη για "ψηφιακά τσεκαρίσματα", ο παιδαγωγικός πυρήνας της εκπαίδευσης τίθεται σε κίνδυνο.
Η μεγάλη πρόκληση για το μέλλον είναι η ανεύρεση μιας υγιούς ισορροπίας. Το σύγχρονο σχολείο χρειάζεται ψηφιακές υποδομές, αλλά χρειάζεται πάνω από όλα χρόνο για δημιουργία και μάθηση. Ο εκπαιδευτικός δεν μπορεί και δεν πρέπει να μετατραπεί σε έναν απλό διαχειριστή δεδομένων. Η αποστολή του παραμένει πολύ πιο βαθιά: να εμπνέει, να καθοδηγεί και να συνοδεύει τους νέους στο ταξίδι της γνώσης, μια διαδικασία που απαιτεί ζωντανή παρουσία και προσοχή, στοιχεία που καμία πλατφόρμα δεν μπορεί να υποκαταστήσει.