Το πρόσφατο και βαθιά θλιβερό περιστατικό με τον θάνατο της εκπαιδευτικού στη Θεσσαλονίκη άνοιξε για πολλοστή φορά τη συζήτηση για την οξεία κρίση που μαστίζει το ελληνικό σχολείο τα τελευταία χρόνια. Σε μια περίοδο που οι δημόσιες τοποθετήσεις συχνά αναλώνονται σε επικοινωνιακά τεχνάσματα, είναι απαραίτητο να δούμε την ουσία των πολιτικών αλλαγών που έχουν συντελεστεί, καθώς αυτές καθορίζουν την καθημερινότητα μέσα στις σχολικές αίθουσες. Οι αλλαγές αυτές, ειδικά κατά την τελευταία επταετία, έχουν μεταβάλει ριζικά το τοπίο, δημιουργώντας ένα περιβάλλον που συχνά αγγίζει τα όρια της αντοχής για δασκάλους και μαθητές.
Μία από τις πιο κρίσιμες αλλά «σιωπηλές» αλλαγές αφορά τον αριθμό των μαθητών ανά τμήμα. Παρόλο που ο συνολικός αριθμός των μαθητών στη χώρα μειώνεται λόγω δημογραφικού, οι τάξεις δεν αποσυμφορούνται. Αντίθετα, παρατηρούμε μια πρωτοφανή γιγάντωση των τμημάτων, όπου οι 27 μαθητές τείνουν να γίνουν ο κανόνας. Η διαφορά στην ποιότητα της διδασκαλίας και στον έλεγχο της τάξης ανάμεσα σε ένα τμήμα 15 παιδιών και σε ένα των 27 είναι χαώδης. Η μείωση του αριθμού των μαθητών ανά τάξη θα αποτελούσε την πιο ουσιαστική και άμεση κίνηση για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας και μάθησης, όμως η πολιτική κατεύθυνση κινείται στην ακριβώς αντίθετη τροχιά.
Την ίδια στιγμή, η εμμονή με την αξιολόγηση έχει δημιουργήσει ένα νέο κύμα γραφειοκρατίας και αυταρχισμού. Η λεγόμενη αυτοαξιολόγηση των σχολικών μονάδων έχει οδηγήσει σε μια ατέρμονη καταδίωξη «δράσεων», οι οποίες συχνά στερούνται εκπαιδευτικού σχεδιασμού και αναλώνουν πολύτιμο χρόνο σε τυπικές διαδικασίες. Παράλληλα, η ατομική αξιολόγηση των εκπαιδευτικών έχει χρησιμοποιηθεί περισσότερο ως εργαλείο πίεσης, προκαλώντας έντονο άγχος και οδηγώντας σε χιλιάδες πειθαρχικές διώξεις, αντί να στοχεύει στην πραγματική υποστήριξη και επιμόρφωση του προσωπικού.
Ένα άλλο σημείο που χρήζει προσοχής είναι η διαρκής ρητορική περί αυστηροποίησης των ποινών. Εδώ και χρόνια εφαρμόζεται μια πολιτική που ποντάρει στην επιβολή της «τάξης» μέσω της καταστολής, όμως τα αποτελέσματα είναι πενιχρά. Είναι οξύμωρο το γεγονός ότι όσοι εφαρμόζουν αυτές τις πολιτικές παραδέχονται την αποτυχία τους, ζητώντας διαρκώς ακόμα περισσότερη αυστηρότητα. Αυτή η προσέγγιση θυμίζει περισσότερο ιδεοληψία παρά πραγματική αντιμετώπιση των σύνθετων κοινωνικών προβλημάτων που μεταφέρονται μέσα στο σχολείο.
Τέλος, δεν πρέπει να λησμονούμε το αποτύπωμα που άφησε η πανδημία. Η κρίση του Covid-19 σάρωσε την εκπαίδευση, αφήνοντας πίσω της μαθησιακά και ψυχοκοινωνικά κενά που δεν έχουν αποτιμηθεί επίσημα από το κράτος. Η επίσημη πολιτεία συμπεριφέρεται συχνά σαν να μην υπήρξε ποτέ αυτή η διαλυτική περίοδος, αγνοώντας τις μακροπρόθεσμες συνέπειές της. Πολλές από τις κραυγές που ακούγονται σήμερα σκοπίμως προσπερνούν αυτές τις αλήθειες, όμως για όσους ζουν το σχολείο από μέσα, η ανάγκη για μια ειλικρινή και ανθρώπινη εκπαιδευτική πολιτική παραμένει το μοναδικό ζητούμενο.