Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, η καθημερινότητα των ανθρώπων διαμορφωνόταν μέσα από έναν συνδυασμό επιβίωσης, βαθιάς πίστης και τοπικών παραδόσεων. Παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες και τις κοινωνικές προκλήσεις της οθωμανικής κυριαρχίας, οι ελληνικές κοινότητες κατάφεραν να διατηρήσουν την ταυτότητά τους μέσα από απλές αλλά ιδιαίτερες συνήθειες. Η εργασία στα χωράφια, οι στενοί οικογενειακοί δεσμοί και η θρησκευτική ζωή αποτελούσαν τον σταθερό πυρήνα της ρουτίνας, όμως υπήρχαν ορισμένες πρακτικές που σήμερα μας προκαλούν έκπληξη.
Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες κοινωνικές τελετουργίες εντοπίζεται στην Κρήτη και αφορά την οινοποσία. Η φράση «πίνουμε αλά γκρέκα» χαρακτήριζε τον ελληνικό τρόπο απόλαυσης του κρασιού, ο οποίος διέφερε ριζικά από τον απότομο τρόπο κατανάλωσης των Βορειοευρωπαίων. Για τους Κρητικούς, το κρασί έπρεπε να πίνεται αργά και με μέτρο, διασφαλίζοντας ότι όλοι στην παρέα κατανάλωναν την ίδια ακριβώς ποσότητα. Η ιεροτελεστία ολοκληρωνόταν με ένα φιλί στο μάγουλο, ως ένδειξη χαράς και αδελφοσύνης, ενώ η κατανάλωση νερού ήταν απαραίτητη για να διατηρείται η διαύγεια κατά τη διάρκεια του συμποσίου.
Σε ολόκληρη την επικράτεια, η υγιεινή αποτελούσε μια διαρκή μάχη, με τους ψύλλους να αποτελούν τον νούμερο ένα εχθρό των νοικοκυριών. Στη Μυτιλήνη, η αντιμετώπιση του προβλήματος πήρε τη μορφή εθίμου που ονομάστηκε «ψυλλόδιωγμα». Κάθε πρώτη του Μάρτη, οι νοικοκυρές χτυπούσαν με δύναμη τα μαγειρικά σκεύη για να προκαλέσουν θόρυβο, ενώ τα παιδιά τραγουδούσαν ξόρκια για να διώξουν τα έντομα από το σπίτι. Όσοι αναζητούσαν μια πιο πρακτική λύση, συνήθιζαν να πλένουν το σώμα τους με ξύδι πριν από τον ύπνο, πιστεύοντας ότι η έντονη μυρωδιά θα κρατούσε τους εισβολείς μακριά.
Στο νησί της Μήλου, η κοινωνική ζωή περιλάμβανε μια ιδιότυπη συνήθεια: τις πολλαπλές βαφτίσεις του ίδιου παιδιού. Η πρακτική αυτή δεν είχε τόσο θρησκευτικό υπόβαθρο όσο κοινωνικό και οικονομικό, καθώς λειτουργούσε ως αφορμή για συνεχή γλέντια και διασκέδαση. Δεδομένου ότι ο κουμπάρος αναλάμβανε όλα τα έξοδα του μυστηρίου και των δώρων, οι γονείς είχαν κάθε λόγο να επαναλαμβάνουν τη διαδικασία, ενισχύοντας ταυτόχρονα την τοπική αγορά και την εκκλησία, ενώ οι γείτονες απολάμβαναν μια επιπλέον ευκαιρία για κοινωνικοποίηση.
Οι δεισιδαιμονίες έπαιζαν επίσης καθοριστικό ρόλο στη λήψη αποφάσεων, ακόμα και για τους πιο σκληροτράχηλους πολεμιστές. Η «πλατοσκοπία», δηλαδή η πρόβλεψη του μέλλοντος μέσα από τα σημάδια στην πλάτη του ψημένου προβάτου, ήταν μια διαδεδομένη πρακτική που μπορούσε να ακυρώσει ακόμα και μια προγραμματισμένη μάχη αν τα μηνύματα ήταν δυσοίωνα. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Οδυσσέα Ανδρούτσου, ο οποίος απέφευγε πάση θυσία τη συνάντηση με ιερέα στον δρόμο του, θεωρώντας την ως απόλυτο προμήνυμα κακοτυχίας.
Ακόμα και ο θάνατος στην Κωνσταντινούπολη είχε τις δικές του κοινωνικές διακρίσεις, ειδικά όσον αφορά την εφαρμογή της θανατικής ποινής. Η ποιότητα της εκτέλεσης εξαρτιόταν άμεσα από την οικονομική επιφάνεια του καταδικασμένου. Οι εύποροι μελλοθάνατοι είχαν το «προνόμιο» ενός ακαριαίου θανάτου από το σπαθί του επίσημου δήμιου. Αντίθετα, οι φτωχοί οδηγούνταν σε ένα αργό και βασανιστικό τέλος στα χέρια των γενίτσαρων, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν γιαταγάνια που συχνά απαιτούσαν πολλαπλά χτυπήματα για να ολοκληρωθεί η διαδικασία.
Τέλος, η εμφάνιση και η κόμμωση αποτελούσαν αδιάψευστα στοιχεία καταγωγής και κοινωνικής θέσης. Οι κουρείς της εποχής ακολουθούσαν αυστηρά πρότυπα ανάλογα με την εθνότητα του πελάτη, από το χαρακτηριστικό τσουλούφι των Τούρκων μέχρι το ξύρισμα της μιας πλευράς του κεφαλιού που προτιμούσαν οι Κροάτες. Στον αντίποδα, οι Έλληνες ιερείς διατηρούσαν μακριά τα μαλλιά και τις γενειάδες τους ως σύμβολο πνευματικότητας και αφοσίωσης, μια παράδοση που παραμένει ζωντανή μέχρι σήμερα, ιδιαίτερα στις μοναστικές κοινότητες του Αγίου Όρους.