Η ιστορία της Τσετσενίας αποτελεί ένα τραγικό παράδειγμα της προσπάθειας μιας μικρής περιοχής του Καυκάσου να αποκτήσει την ανεξαρτησία της από τη Μόσχα μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Η διακήρυξη της ανεξαρτησίας το 1991 υπό τον Τζοχάρ Ντουντάγεφ δεν αναγνωρίστηκε από τη ρωσική κυβέρνηση, οδηγώντας τελικά σε δύο αιματηρούς πολέμους που κράτησαν σχεδόν δύο δεκαετίες. Ο Πρώτος Πόλεμος της Τσετσενίας, που ξεκίνησε το 1994, αποκάλυψε την αδυναμία του ρωσικού στρατού να επιβληθεί γρήγορα, καθώς οι Τσετσένοι μαχητές μετέτρεψαν την πρωτεύουσα Γκρόζνι σε φρούριο. Η αντίδραση της Ρωσίας ήταν ο ανελέητος βομβαρδισμός της πόλης, ο οποίος ισοπέδωσε κτίρια και κόστισε τη ζωή σε χιλιάδες αμάχους, δημιουργώντας ένα μοτίβο στρατιωτικής βίας που θα επαναλαμβανόταν στο μέλλον.
Κατά τη διάρκεια αυτών των συγκρούσεων, οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του ρωσικού στρατού, γνωστές ως «ζακάσκα», συνοδεύτηκαν από φρικαλεότητες που συγκλόνισαν τη διεθνή κοινότητα. Ένα από τα πιο μελανά σημεία ήταν η σφαγή στο χωριό Σαμάσκι το 1995, όπου οι ρωσικές δυνάμεις, παρά τις εκκλήσεις των γερόντων του χωριού για ειρήνη, εξαπέλυσαν μια δολοφονική επίθεση που κατέληξε στην εκτέλεση τουλάχιστον 100 ανθρώπων. Η βία όμως δεν περιορίστηκε στη μία πλευρά, καθώς Τσετσένοι εξτρεμιστές απάντησαν με τρομοκρατικές επιθέσεις και ομηρίες σε ρωσικό έδαφος, όπως η κρίση στο νοσοκομείο του Μπουντιόνοφσκ. Αυτές οι πράξεις απελπισίας και βίας από τους αυτονομιστές αποξένωσαν τη διεθνή κοινή γνώμη και έδωσαν στη Μόσχα το πρόσχημα για μια ακόμα πιο σκληρή επέμβαση.
Ο Δεύτερος Πόλεμος της Τσετσενίας, που ξεκίνησε το 1999 υπό την ηγεσία του Βλαντιμίρ Πούτιν, ήταν μια πολύ πιο οργανωμένη και συντριπτική στρατιωτική επιχείρηση. Με αφορμή τις βομβιστικές επιθέσεις σε πολυκατοικίες στη Ρωσία, ο Πούτιν εξαπέλυσε μια ολοκληρωτική επίθεση που στόχο είχε την πλήρη υποταγή της περιοχής. Το Γκρόζνι βομβαρδίστηκε ξανά τόσο έντονα που ο ΟΗΕ το χαρακτήρισε ως την πιο κατεστραμμένη πόλη στον κόσμο. Οι αναφορές για εγκλήματα πολέμου, όπως ο βομβαρδισμός κομβόι προσφύγων και οι ομαδικές εκτελέσεις αμάχων, πληθύυναν, αλλά η Μόσχα αρνήθηκε πεισματικά κάθε ευθύνη, επιβάλλοντας τη σιωπή και τον έλεγχο στην πληροφόρηση.
Η κατάληξη των πολέμων αυτών ήταν η εγκαθίδρυση ενός φιλορωσικού καθεστώτος υπό την οικογένεια Καντίροφ, το οποίο επέβαλε μια εύθραυστη σταθερότητα μέσω του απόλυτου ελέγχου και της καταστολής. Ο απολογισμός είναι τρομακτικός, με εκτιμήσεις που κάνουν λόγο για 70.000 έως 200.000 νεκρούς αμάχους και εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες. Η κληρονομιά των πολέμων της Τσετσενίας διαμόρφωσε την πολιτική φυσιογνωμία του Πούτιν και δημιούργησε ένα στρατιωτικό μοντέλο που η Ρωσία θα χρησιμοποιούσε αργότερα στη Γεωργία και την Ουκρανία: τη χρήση συντριπτικής βίας κατά αμάχων, την άρνηση των φρικαλεοτήτων και την επιβολή της κυριαρχίας μέσω της απόλυτης καταστροφής.