Ο πόλεμος του Βιετνάμ δεν περιορίστηκε ποτέ μόνο στα σύνορα του Βιετνάμ, καθώς οι ΗΠΑ επέκτειναν τις στρατιωτικές τους επιχειρήσεις σε γειτονικές χώρες όπως το Λάος και η Καμπότζη. Μεταξύ 1963 και 1973, η αμερικανική ηγεσία, υπό τους Λίντον Τζόνσον, Ρίτσαρντ Νίξον και Χένρι Κίσινγκερ, εξαπέλυσε μια πρωτοφανή εκστρατεία βομβαρδισμών στην Καμπότζη, ρίχνοντας πάνω από 2,5 εκατομμύρια τόνους βομβών. Αυτή η μυστική επιχείρηση, που παρέμεινε κρυφή από το αμερικανικό κοινό και το Κογκρέσο για χρόνια, άφησε πίσω της εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς και κατέστρεψε την υποδομή μιας ουδέτερης χώρας, στρώνοντας ταυτόχρονα το χαλί για την άνοδο των Ερυθρών Χμερ και τη μετέπειτα γενοκτονία.
Η στρατηγική των ΗΠΑ βασίστηκε στην πεποίθηση ότι οι Βορειοβιετναμέζοι χρησιμοποιούσαν το έδαφος της Καμπότζης για βάσεις και ανεφοδιασμό μέσω του μονοπατιού Χο Τσι Μινχ. Παρά την επίσημη ουδετερότητα της Καμπότζης υπό τον Βασιλιά Σιχανούκ, οι αμερικανικές δυνάμεις ξεκίνησαν την "Επιχείρηση Μενού", η οποία περιλάμβανε μυστικούς βομβαρδισμούς με κωδικές ονομασίες όπως "Πρωινό", "Μεσημεριανό" και "Δείπνο". Οι πιλότοι συχνά δεν γνώριζαν καν τους πραγματικούς τους στόχους μέχρι να βρεθούν στον αέρα, ενώ οι αναφορές παραποιούνταν για να δείχνουν ότι οι επιθέσεις γίνονταν εντός του Νοτίου Βιετνάμ. Εκτός από τις συμβατικές βόμβες, χρησιμοποιήθηκαν ευρέως χημικά ζιζανιοκτόνα όπως ο "Πορτοκαλί Παράγοντας", προκαλώντας ανυπολόγιστες καταστροφές στις καλλιέργειες και μακροχρόνια προβλήματα υγείας στους κατοίκους.
Η κατάσταση επιδεινώθηκε το 1970 με το πραξικόπημα του Λον Νολ, ο οποίος ήταν φιλοαμερικανός, και την επακόλουθη εισβολή αμερικανικών και νοτιοβιετναμέζικων στρατευμάτων στο έδαφος της Καμπότζης. Η εισβολή αυτή, αν και στόχευε στην εξόντωση των κομμουνιστικών δυνάμεων, οδήγησε σε βίαιες συγκρούσεις σε χωριά και περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση του τοπικού πληθυσμού. Η δυσαρέσκεια των κατοίκων από τους συνεχείς βομβαρδισμούς και την καταστροφή των εστιών τους λειτούργησε ως το καλύτερο εργαλείο στρατολόγησης για τον Πολ Ποτ και τους Ερυθρούς Χμερ, οι οποίοι παρουσιάζονταν ως οι μόνοι υπερασπιστές της χώρας απέναντι στον "αμερικανικό ιμπεριαλισμό".
Παρά την τελική αποκάλυψη των βομβαρδισμών από τον Τύπο και τις έντονες διαμαρτυρίες στις ΗΠΑ, όπως η τραγωδία στο Πανεπιστήμιο Κεντ Στέιτ, οι υπεύθυνοι δεν αντιμετώπισαν ποτέ συνέπειες. Ο Χένρι Κίσινγκερ παρέμεινε αμετανόητος μέχρι το τέλος της ζωής του, υποβαθμίζοντας τις επιπτώσεις των πράξεών του. Η κληρονομιά αυτού του ακήρυχτου πολέμου συνεχίζει να πληγώνει την Καμπότζη, όχι μόνο μέσα από τις μνήμες των θυμάτων αλλά και από τις χιλιάδες μη εκραγείσες βόμβες που εξακολουθούν να αφαιρούν ζωές δεκαετίες μετά το τέλος των εχθροπραξιών. Η ιστορία αυτή παραμένει μια σκοτεινή υπενθύμιση του πώς οι γεωπολιτικές σκοπιμότητες μπορούν να θυσιάσουν ολόκληρα έθνη στο όνομα της στρατηγικής κυριαρχίας.