Η έκρηξη της Επανάστασης του 1821 και η απελευθέρωση των πρώτων ελληνικών εδαφών έφεραν στο προσκήνιο μια επείγουσα ανάγκη: την επιβολή της δημόσιας τάξης. Σε μια χώρα όπου για αιώνες η ασφάλεια στηριζόταν σε τοπικές, άτυπες δομές, ο Αγώνας για την Ανεξαρτησία έπρεπε να οργανώσει ταχύτατα έναν επίσημο μηχανισμό αστυνόμευσης. Η αρχή έγινε τον Ιούνιο του 1821 με τη δημιουργία της Αστυνομίας της Ύδρας, ενώ τον Ιανουάριο του 1822 η Α΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου ίδρυσε το «Μινιστέριο της Αστυνομίας» με πρώτο υπουργό τον Λάμπρο Νάκο.
Το νεοσύστατο υπουργείο είχε ένα εξαιρετικά ευρύ φάσμα αρμοδιοτήτων, που ξεκινούσε από τη δίωξη λιποτακτών και κλεφτών και έφτανε μέχρι τον έλεγχο της αλληλογραφίας και την καταπολέμηση της κατασκοπείας. Ανάμεσα στους οκτώ υπουργούς που υπηρέτησαν έως το 1827, ξεχώρισε ο Παπαφλέσσας για τη δραστήρια στάση του. Προσπάθησε να προσδώσει κύρος στον θεσμό, προστατεύοντας το απόρρητο των επικοινωνιών και οργανώνοντας δίκτυα αντικατασκοπείας για να αντιμετωπίσει τους πράκτορες του Ιμπραήμ και του Μοχάμεντ Άλη.
Με την άφιξη του Ιωάννη Καποδίστρια το 1828, η ανάγκη για ευνομία έγινε ακόμη πιο επιτακτική, καθώς η ύπαιθρος βρισκόταν σε κατάσταση απόλυτου χάους και ανομίας. Ο Κυβερνήτης ίδρυσε την Πολιταρχία στο Ναύπλιο και την Εκτελεστική Δύναμη Πελοποννήσου, αναθέτοντας τη διοίκηση σε σπουδαίους αγωνιστές όπως ο Μακρυγιάννης και ο Νικηταράς. Παρά τις προσπάθειες, οι δομές αυτές αποδείχθηκαν εύθραυστες. Μάλιστα, η Πολιταρχία απέτυχε να αποτρέψει τη δολοφονία του Καποδίστρια, με τον επικεφαλής της, Παναγιώτη Χρυσανθόπουλο, να εμπλέκεται τελικά στη συνωμοσία κατά του Κυβερνήτη.
Η περίοδος που ακολούθησε τη δολοφονία του Καποδίστρια βύθισε τη χώρα ξανά στην αναρχία, μέχρι την έλευση του Όθωνα και της βαυαρικής Αντιβασιλείας. Τον Ιούνιο του 1833 ιδρύθηκε η Ελληνική Βασιλική Χωροφυλακή, ένα σώμα βασισμένο στο γαλλικό μοντέλο της Gendarmerie. Ως τμήμα του στρατού, η Χωροφυλακή είχε στρατιωτική οργάνωση και κύρια αποστολή της ήταν η πάταξη της ληστείας που μάστιζε την επικράτεια. Οι χωροφύλακες είχαν επίσης καθήκοντα όπως η προστασία των αρχαιοτήτων, των δασών και των δημόσιων υποδομών.
Ωστόσο, η στελέχωση του νέου σώματος συνάντησε μεγάλες δυσκολίες. Οι αυστηρές απαιτήσεις για εγγράμματους άνδρες ήταν σχεδόν αδύνατο να καλυφθούν σε μια χώρα χωρίς σχολεία, αναγκάζοντας τους διοικητές να εκτελούν και χρέη δασκάλων. Επιπλέον, πολλοί αγωνιστές του 1821 αρνήθηκαν να καταταγούν, αρνούμενοι να φορέσουν τη δυτική «νιφόρμα» και να αποχωριστούν τη φουστανέλα. Ο Μακρυγιάννης εξέφρασε έντονα αυτή την αντίθεση, θεωρώντας υποτιμητικό να υπακούσει σε ξένους διοικητές όπως ο Γάλλος Φραγκίσκος Γκραγιάρ.
Η Χωροφυλακή παρέμεινε πιστή στον θρόνο ακόμη και κατά την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, όταν ο λαός και ο στρατός απαίτησαν Σύνταγμα. Παρά την αντίστασή τους και την περικύκλωση του σπιτιού του Μακρυγιάννη, οι χωροφύλακες δεν κατάφεραν να ανακόψουν την πορεία προς τη συνταγματική μοναρχία. Η ιστορία της αστυνόμευσης στην επαναστατημένη Ελλάδα αντανακλά την αγωνιώδη προσπάθεια ενός έθνους να περάσει από την παραδοσιακή αταξία στις σύγχρονες κρατικές δομές.