Ο Μάρτιος του 1987 παραμένει μια από τις πιο κρίσιμες στιγμές στη σύγχρονη ελληνική ιστορία, καθώς η χώρα έφτασε ένα βήμα πριν από την ολοκληρωτική πολεμική σύγκρουση με την Τουρκία. Η κρίση πυροδοτήθηκε όταν η Άγκυρα ανακοίνωσε την απόφασή της να στείλει το ερευνητικό σκάφος «Σισμίκ» για σεισμολογικές έρευνες στο βόρειο Αιγαίο, σε περιοχές που ανήκαν στην ελληνική υφαλοκρηπίδα. Η Τουρκία επιχειρούσε για πρώτη φορά μετά το 1974 να αμφισβητήσει έμπρακτα τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας ανατολικά του 25ου μεσημβρινού. Η απάντηση της ελληνικής κυβέρνησης υπό τον Ανδρέα Παπανδρέου ήταν άμεση και κατηγορηματική: οποιαδήποτε προσπάθεια έρευνας εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας θα αποτελούσε αιτία πολέμου.
Από το βράδυ της 26ης Μαρτίου, η ελληνική πολεμική μηχανή τέθηκε σε κατάσταση πλήρους ετοιμότητας. Ο διοικητής μοίρας αντιτορπιλικών, Γρηγόρης Δεμέστιχας, έλαβε σαφείς εντολές να μην επιτρέψει στο τουρκικό σεισμογραφικό να εξέλθει από τα τουρκικά χωρικά ύδατα, με την προειδοποίηση ότι αν το σκάφος παραβίαζε το όριο των 6 μιλίων, θα βυθιζόταν. Η κινητοποίηση του Πολεμικού Ναυτικού ήταν πρωτοφανής, με 15 αντιτορπιλικά και δεκάδες άλλα πλοία να αναπτύσσονται στο Αιγαίο. Το ηθικό του στρατεύματος ήταν στα ύψη, με χαρακτηριστικά παραδείγματα ναυτών που έσκιζαν τα απολυτήριά τους για να παραμείνουν στις θέσεις τους και να συμμετάσχουν στην επιχείρηση.
Ενώ στην ελληνική κοινωνία επικρατούσε κλίμα συναγερμού και τα ράφια των σούπερ μάρκετ άδειαζαν από πανικόβλητους πολίτες, ο Ανδρέας Παπανδρέου ακολουθούσε μια σκληρή γραμμή, καταγγέλλοντας ότι η τουρκική προκλητικότητα υποδαυλιζόταν από διεθνή κέντρα εξουσίας. Η αποφασιστικότητα της Ελλάδας επί του πεδίου ανάγκασε το στρατιωτικό κατεστημένο της Τουρκίας να αναδιπλωθεί. Παρά το γεγονός ότι τουρκικά πλοία εξήλθαν από τα Δαρδανέλια, δεν πλησίασαν ποτέ τα ελληνικά χωρικά ύδατα, καθώς η παρουσία του ελληνικού στόλου ήταν αποτρεπτική και ο συντονισμός των επιχειρήσεων άψογος.
Η κρίση εκτονώθηκε τελικά μέσω διπλωματικών επαφών, οδηγώντας στη συμφωνία Παπανδρέου-Οζάλ για την έναρξη διαλόγου και τη διατήρηση ανοιχτής γραμμής επικοινωνίας. Η «νίκη» αυτή της Ελλάδας χωρίς να πέσει ούτε μια τουφεκιά, απέδειξε ότι η ειρήνη μπορεί να διασφαλιστεί μόνο όταν μια χώρα είναι πραγματικά έτοιμη και αποφασισμένη να προασπίσει τα σύνορά της. Η κρίση του 1987 παραμένει ένα διαρκές μάθημα αποφασιστικότητας και εθνικής ομοψυχίας, υπενθυμίζοντας ότι ο σεβασμός των κυριαρχικών δικαιωμάτων κερδίζεται με την ισχύ και την ψυχραιμία στην πρώτη γραμμή.