Στις 15 Αυγούστου 2004, η μικρή πόλη Νέκα στο βόρειο Ιράν έγινε το σκηνικό μιας αποτρόπαιης πράξης που προκάλεσε παγκόσμια κατακραυγή. Μια 16χρονη κοπέλα, η Ατίφα Ρατζαμπί, οδηγήθηκε σε μια δημόσια πλατεία και εκτελέστηκε δι' απαγχονισμού με τη χρήση γερανού, μπροστά στα μάτια απλών πολιτών. Το έγκλημά της, σύμφωνα με το δικαστικό σύστημα της χώρας, ήταν η παραβίαση των νόμων περί αγνότητας. Η υπόθεση αυτή παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα πιο σκοτεινά παραδείγματα παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αναδεικνύοντας τη σκληρότητα ενός συστήματος που επέλεξε την τιμωρία αντί για την προστασία ενός ευάλωτου παιδιού.
Η ζωή της Ατίφα ήταν σημαδεμένη από βαθιά τραύματα και αστάθεια. Έχασε τη μητέρα της σε τροχαίο και τον αδελφό της από πνιγμό όταν ήταν μόλις πέντε ετών, ενώ ο πατέρας της, παλεύοντας με τον εθισμό, την άφησε ουσιαστικά απροστάτευτη να φροντίζει τους ηλικιωμένους παππούδες της. Η πρώτη της σύλληψη έγινε στα 13 της χρόνια, όταν βρέθηκε σε ένα αυτοκίνητο με έναν 51χρονο άνδρα, πρώην μέλος της Επαναστατικής Φρουράς. Αντί οι αρχές να αντιμετωπίσουν το περιστατικό ως ζήτημα παιδικής κακοποίησης και προστασίας ανηλίκου, την καταδίκασαν σε φυλάκιση και 100 μαστιγώματα. Κατά τη διάρκεια της κράτησής της, η Ατίφα κατήγγειλε συστηματική σεξουαλική κακοποίηση από τους φρουρούς, ισχυρισμοί που δεν ερευνήθηκαν ποτέ.
Η μοιραία τέταρτη σύλληψή της το 2003 οδήγησε στην επιβολή της θανατικής ποινής, βάσει των ιρανικών νόμων που προβλέπουν την εκτέλεση μετά από επαναλαμβανόμενα ηθικά παραπτώματα. Παρά τις προσπάθειες της οικογένειάς της να αποδείξει την πραγματική της ηλικία μέσω του πιστοποιητικού γέννησης, το δικαστήριο επέμεινε ψευδώς ότι ήταν 22 ετών, προκειμένου να παρακάμψει τις διεθνείς συνθήκες που απαγορεύουν την εκτέλεση ανηλίκων. Κατά τη διάρκεια της δίκης, η Ατίφα εμφάνισε σημάδια σοβαρής ψυχολογικής δυσφορίας, φτάνοντας στο σημείο να πετάξει τα παπούτσια της στον δικαστή, μια πράξη που ερμηνεύτηκε ως προκλητικότητα και όχι ως έκκληση για βοήθεια από ένα κακοποιημένο παιδί.
Η διαδικασία της εκτέλεσης ήταν εξίσου φρικιαστική, καθώς η Ατίφα μέχρι την τελευταία στιγμή δεν είχε καταλάβει ότι θα πέθαινε, πιστεύοντας ότι θα υποβαλλόταν σε μαστίγωση. Η χρήση γερανού είχε ως αποτέλεσμα έναν παρατεταμένο και επώδυνο θάνατο. Η διεθνής κοινότητα και οργανώσεις όπως η Διεθνής Αμνηστία καταδίκασαν το γεγονός, αποκαλύπτοντας τη συστηματική χρήση της σεξουαλικής βίας στις ιρανικές φυλακές ως εργαλείο ταπείνωσης. Η ιστορία της Ατίφα Ρατζαμπί υπενθυμίζει με τον πιο οδυνηρό τρόπο την αποτυχία ενός νομικού συστήματος που αγνοεί την ψυχική υγεία και την αθωότητα, θυσιάζοντας ανθρώπινες ζωές στον βωμό μιας ακραίας θρησκευτικής ερμηνείας.