Για χιλιάδες χρόνια, η εκπαίδευση ήταν μια απλή υπόθεση. Ένας άνθρωπος που γνώριζε περισσότερα από τους άλλους στεκόταν μπροστά σε μια ομάδα νέων και τους μετέδιδε όσα ήξερε. Η διαδικασία ήταν τόσο παλιά όσο και ο πολιτισμός. Ο γέροντας της φυλής δίδασκε το κυνήγι. Ο ιερέας δίδασκε τα ιερά κείμενα. Ο γραφέας δίδασκε τα σύμβολα της γραφής.
Σε εκείνον τον κόσμο, η γνώση άλλαζε αργά. Ένας δάσκαλος μπορούσε να διδάσκει επί σαράντα χρόνια σχεδόν τα ίδια πράγματα με τον ίδιο τρόπο. Όταν ο κόσμος παραμένει σταθερός, η εμπειρία αρκεί.
Σήμερα, όμως, συμβαίνει κάτι πρωτοφανές στην ανθρώπινη ιστορία. Ο κόσμος αλλάζει γρηγορότερα από τις γενιές που τον κατοικούν. Ένα παιδί που γεννήθηκε το 2015 πιθανότατα θα εργαστεί σε επαγγέλματα που ακόμη δεν υπάρχουν. Θα συνεργάζεται με τεχνητές νοημοσύνες. Θα πρέπει να επαναπροσδιορίζει τις δεξιότητές του ξανά και ξανά. Θα ζήσει σε μια κοινωνία όπου η πληροφορία θα είναι άφθονη, αλλά η κριτική σκέψη σπάνια.
Κι όμως, σε πολλές σχολικές αίθουσες, αυτό το παιδί συναντά έναν εκπαιδευτικό του οποίου η τελευταία ουσιαστική επιμόρφωση έγινε πριν από δεκαετίες.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι ο εκπαιδευτικός δεν είναι ευσυνείδητος. Οι περισσότεροι είναι. Ούτε ότι δεν αγαπά τα παιδιά. Οι περισσότεροι τα αγαπούν βαθιά. Το πρόβλημα είναι ότι η αγάπη και η καλή πρόθεση δεν αρκούν, όταν η επιστήμη της μάθησης εξελίσσεται διαρκώς.
Σκεφτείτε έναν χειρουργό που αποφοίτησε το 1990 και έκτοτε δεν παρακολούθησε καμία επιμόρφωση. Θα δεχόμασταν να μας χειρουργήσει; Πιθανότατα όχι. Θα θεωρούσαμε την κατάσταση επικίνδυνη. Όχι επειδή ο άνθρωπος είναι κακός γιατρός, αλλά επειδή η ιατρική προχώρησε χωρίς αυτόν.
Για κάποιον παράξενο λόγο, η κοινωνία αντιμετωπίζει διαφορετικά την εκπαίδευση. Υποθέτουμε ότι όποιος γνωρίζει μαθηματικά μπορεί να διδάξει μαθηματικά. Όποιος γνωρίζει ιστορία μπορεί να διδάξει ιστορία. Όμως η διδασκαλία δεν είναι απλή μεταφορά πληροφοριών. Είναι μια σύνθετη διαδικασία που αφορά τον εγκέφαλο, το συναίσθημα, τα κίνητρα, τη μνήμη, την κοινωνική αλληλεπίδραση και την ανθρώπινη διαφορετικότητα.
Κι εδώ εμφανίζεται η μεγαλύτερη πρόκληση του σύγχρονου σχολείου: η ειδική αγωγή. Πριν από έναν αιώνα, τα περισσότερα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες απλώς θεωρούνταν «αδύναμα». Παιδιά με ΔΕΠ-Υ χαρακτηρίζονταν «απείθαρχα». Παιδιά στο φάσμα του αυτισμού χαρακτηρίζονταν «παράξενα». Η κοινωνία δεν κατανοούσε τις διαφορές τους.
Σήμερα γνωρίζουμε πολύ περισσότερα. Η νευροεπιστήμη, η ψυχολογία και η παιδαγωγική έχουν αποκαλύψει ότι οι άνθρωποι δε μαθαίνουν όλοι με τον ίδιο τρόπο. Η διαφορετικότητα δεν είναι εξαίρεση του συστήματος. Είναι η φυσιολογική κατάσταση του ανθρώπινου είδους.
Κι όμως, σε πολλές περιπτώσεις, η γνώση αυτή δε φτάνει ποτέ στην τάξη. Έτσι δημιουργείται ένα παράδοξο: Η ανθρωπότητα αποκτά όλο και βαθύτερη κατανόηση του ανθρώπινου εγκεφάλου, αλλά ο μαθητής μπορεί να βρεθεί απέναντι σε έναν εκπαιδευτικό που δεν έχει εκπαιδευτεί ποτέ ουσιαστικά σε αυτές τις εξελίξεις.
Το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς εκπαιδευτικό. Είναι υπαρξιακό. Ένα παιδί που ακούει επί χρόνια ότι «δεν προσπαθεί αρκετά» μπορεί να αρχίσει να πιστεύει ότι είναι ανεπαρκές. Ένα παιδί που δεν κατανοείται μπορεί να εσωτερικεύσει την αποτυχία ως στοιχείο της ταυτότητάς του. Κι όταν ένα σχολικό σύστημα επαναλαμβάνει αυτό το λάθος χιλιάδες φορές, δε χάνει μόνο ταλέντα. Χάνει ανθρώπινες ζωές που θα μπορούσαν να είχαν εξελιχθεί διαφορετικά.
Η μεγαλύτερη απειλή δεν είναι ο κακός εκπαιδευτικός. Είναι ο ξεπερασμένος εκπαιδευτικός. Όχι επειδή φταίει ο ίδιος, αλλά επειδή ο κόσμος γύρω του μετακινείται με ταχύτητα που κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να ακολουθήσει χωρίς συνεχή μάθηση.
Στον 21ο αιώνα, το σημαντικότερο προσόν ενός εκπαιδευτικού δεν είναι αυτά που γνωρίζει. Είναι η ικανότητά του να συνεχίζει να μαθαίνει. Διότι η εκπαίδευση δεν είναι η μεταφορά γνώσης από μια γενιά στην επόμενη. Είναι η γέφυρα ανάμεσα σε έναν κόσμο που πεθαίνει και σ’ έναν κόσμο που γεννιέται. Κι όταν οι αρχιτέκτονες αυτής της γέφυρας μένουν στο χθες, τότε τα παιδιά δυσκολεύονται να φτάσουν στο αύριο.
Αποστόλης Ζυμβραγάκης, M.Ed. Φιλόλογος