Για σχεδόν τετρακόσιες χιλιάδες χρόνια, ο Homo sapiens ξυπνούσε κάθε πρωί με μία και μόνη βεβαιότητα: ότι το βράδυ μπορεί να μην ξυπνήσει ξανά. Ο πρόγονός μας που κυνηγούσε στη σαβάνα δεν είχε την πολυτέλεια να βαριέται τη ζωή του. Το λιοντάρι, η πείνα, ο πυρετός που δεν είχε όνομα ακόμη, όλα του θύμιζαν, με μια ωμότητα που εμείς έχουμε ξεμάθει, ότι το να αναπνέει ήταν προνόμιο και όχι δεδομένο. Είναι από τις μεγαλύτερες ειρωνείες της Ιστορίας ότι, όσο πιο ασφαλής έγινε η ζωή μας, τόσο λιγότερο τη ζούμε.
Σκεφτείτε το ψυχρά, σαν στατιστική. Ο μέσος άνθρωπος σήμερα θα ζήσει περισσότερα χρόνια από κάθε αυτοκράτορα της αρχαιότητας. Θα φάει περισσότερες θερμίδες από έναν Φαραώ, θα ταξιδέψει σε αποστάσεις που ο Μέγας Αλέξανδρος διένυσε με δεκαετίες πολέμου, θα έχει στην τσέπη του πρόσβαση σε όλη τη γνώση που η ανθρωπότητα συγκέντρωσε επί χιλιετίες. Και όμως, ποτέ άλλοτε τόσοι άνθρωποι δε δήλωσαν τόσο κενοί. Η αφθονία δε μας έκανε ευτυχισμένους. Μας έκανε αφηρημένους.
Διότι εδώ κρύβεται η αλήθεια που λίγοι τολμούν να ονομάσουν: ο σύγχρονος άνθρωπος δεν πετάει τη ζωή του στα σκουπίδια από κακία ή από βλακεία. Την πετάει επειδή έχει πειστεί ότι η ζωή είναι κάπου αλλού. Όχι εδώ, όχι τώρα, όχι σ' αυτό το τραπέζι με τους ανθρώπους που αγαπά, αλλά στο επόμενο βήμα. Στις επόμενες σπουδές, στην επόμενη προαγωγή, στις επόμενες διακοπές, στο επόμενο μοντέλο κινητού, στην επόμενη φωτογραφία που θα αποδείξει στους αγνώστους ότι ζει καλά. Έχουμε εφεύρει μια θρησκεία χωρίς θεό, της οποίας το μόνο δόγμα είναι: «η ευτυχία έρχεται μετά». Και ξοδεύουμε ολόκληρη τη ζωή μας περιμένοντας ένα «μετά» που, όταν φτάνει, έχει ήδη μετονομαστεί σε «τώρα» και άρα δε μετράει πια.
Ο άνθρωπος είναι το μοναδικό ζώο που μπορεί να υποφέρει για πράγματα που δε συμβαίνουν. Ένα ελάφι που γλύτωσε από τον λύκο επιστρέφει αμέσως στο βόσκημα. Δεν αναμασά τον τρόμο, δεν προβλέπει τον επόμενο. Εμείς, αντίθετα, ζούμε ταυτόχρονα σε τρεις χρόνους: μετανιώνουμε για ένα παρελθόν που δεν αλλάζει, αγχωνόμαστε για ένα μέλλον που δεν ήρθε και χάνουμε το μόνο που πραγματικά υπάρχει, το παρόν. Είναι σαν να μας δόθηκε ένα δώρο τυλιγμένο με ωραίο χαρτί και να περνάμε όλη μας τη ζωή θαυμάζοντας ή κατηγορώντας το περιτύλιγμα, χωρίς ποτέ να το ανοίξουμε.
Και σήμερα, για πρώτη φορά στην Ιστορία, υπάρχουν τρισεκατομμύρια δολάρια και χιλιάδες από τα πιο λαμπρά μυαλά του πλανήτη που εργάζονται με έναν και μόνο σκοπό: να σας κρατήσουν να κοιτάτε αλλού. Η οικονομία της προσοχής δεν πουλάει προϊόντα, πουλάει τα δευτερόλεπτά σας. Κάθε φορά που κατεβάζετε με τον αντίχειρα μια οθόνη χωρίς τέλος, παραδίδετε ένα κομμάτι του πιο πεπερασμένου πόρου που θα έχετε ποτέ — τον χρόνο σας — σε αντάλλαγμα μιας ικανοποίησης που εξατμίζεται πριν προλάβετε να την ονομάσετε. Μεταφορικά θα λέγαμε ότι πετάμε τη ζωή μας στα σκουπίδια. Κυριολεκτικά, τη σπαταλάμε ανούσια, λεπτό προς λεπτό.
Ας είμαστε όμως δίκαιοι με τους εαυτούς μας. Το πρόβλημα δεν είναι ότι αγαπάμε τις απολαύσεις, αλλά ότι τις έχουμε μπερδέψει. Έχουμε αντικαταστήσει την ηδονή που μένει με την ηδονή που εθίζει. Ένα γεύμα μαζί με ανθρώπους που μας ακούν πραγματικά αφήνει ένα ίχνος που κρατά χρόνια. Εκατό «likes» σε μια φωτογραφία αυτού του γεύματος αφήνουν ένα κενό που απαιτεί αμέσως άλλα διακόσια. Ο αρχαίος Έλληνας το ήξερε με ακρίβεια που εμείς ξεχάσαμε: ο Επίκουρος, τον οποίο συκοφαντήσαμε ως ηδονιστή, δίδασκε ότι η μεγαλύτερη ηδονή είναι ένα κομμάτι ψωμί και μια κανάτα νερό, όταν έχεις πεινάσει αληθινά και είσαι ανάμεσα σε φίλους. Η απόλαυση, έλεγε, δεν είναι το να έχεις τα πάντα. Είναι το να μη σου λείπει τίποτα. Κι αυτά τα δύο δεν είναι το ίδιο πράγμα. Είναι σχεδόν αντίθετα.
Να, λοιπόν, η πρόκληση. Δε χρειάζεται να αλλάξουμε τον κόσμο για να ζήσουμε τη ζωή μας. Χρειάζεται να θυμηθούμε ένα μόνο γεγονός, τόσο προφανές που το έχουμε καταχωνιάσει: ότι θα πεθάνουμε. Όχι ως απειλή. Ως αφύπνιση. Ο θάνατος δεν είναι ο εχθρός της απόλαυσης· είναι ο πατέρας της. Το χρώμα του ηλιοβασιλέματος είναι όμορφο ακριβώς επειδή ο ήλιος δύει. Μια ζωή χωρίς τέλος δε θα είχε επείγον και χωρίς το επείγον δε θα είχε νόημα. Το ότι το δώρο είναι προσωρινό δεν είναι η ατέλειά του. Είναι η αξία του. Ο διαμαντικός χρόνος μας λάμπει επειδή είναι λίγος.
Φανταστείτε ότι κάποιος σας έδινε σήμερα ογδόντα χιλιάδες ευρώ, με έναν όρο: όσα δεν ξοδέψετε μέχρι τα μεσάνυχτα, χάνονται οριστικά. Κανείς λογικός άνθρωπος δε θα τα άφηνε στην άκρη «για αργότερα». Λοιπόν, αυτό ακριβώς συμβαίνει με τις μέρες σας. Απλώς ο λογαριασμός δε μετριέται σε χρήματα, αλλά σε ξημερώματα, και δε σας λένε πόσα σας απομένουν. Κάθε πρωί σας πιστώνεται μία μέρα. Κάθε βράδυ όσα δε ζήσατε από αυτή εξαφανίζονται. Δε μεταφέρονται. Δεν επιστρέφονται. Δεν αποθηκεύονται.
Δε σας καλώ να εγκαταλείψετε τις υποχρεώσεις σας ούτε να κυνηγήσετε μια διαρκή έκσταση που η ίδια η βιολογία μας δεν επιτρέπει. Σας καλώ σε κάτι πιο ταπεινό και πιο επαναστατικό: να είστε παρόντες στη δική σας ζωή. Να φάτε το φαγητό αντί να το φωτογραφίσετε. Να ακούσετε τον άνθρωπο απέναντι αντί να σκέφτεστε την απάντησή σας. Να περπατήσετε χωρίς προορισμό. Να βαρεθείτε, ακόμη, χωρίς να θεραπεύσετε την ανία αμέσως με μια οθόνη. Γιατί στην ανία γεννιέται η σκέψη και στη σκέψη ο εαυτός. Να αγγίξετε, να μυρίσετε, να γελάσετε δυνατά, να χάσετε την αίσθηση του χρόνου επειδή κάτι σας απορρόφησε ολόκληρους. Αυτά δεν είναι πολυτέλειες. Είναι το ίδιο το περιεχόμενο του δώρου.
Ο Όμηρος έβαλε τον Αχιλλέα να διαλέξει: μακρά και άσημη ζωή ή σύντομη και λαμπρή. Αυτό που η εποχή μας προσφέρει είναι, παραδόξως, η χειρότερη τρίτη επιλογή: μακρά και άδεια. Μια ζωή που μακραίνει σε χρόνια, αλλά μικραίνει σε στιγμές. Και το τραγικό είναι ότι δε μας την επέβαλε κανείς. Την επιλέγουμε μόνοι μας, κάθε φορά που αναβάλλουμε να ζήσουμε για να δείξουμε ότι «ζούμε».
Η ζωή μάς δόθηκε χωρίς να τη ζητήσουμε και θα μας αφαιρεθεί χωρίς να μας ρωτήσει. Στο ενδιάμεσο διάστημα — αυτό το απίθανο, στατιστικά αδύνατο διάλειμμα ανάμεσα σε δύο αιωνιότητες σιωπής — μας ανήκει ένα και μόνο ένα πράγμα: τι θα κάνουμε με τον χρόνο ζωής που μας δόθηκε ως δώρο. Μην αφήσετε το δώρο αυτό άθικτο στο περιτύλιγμά του. Ανοίξτε το. Είναι το μόνο δώρο που, αν δεν το χρησιμοποιήσεις, δεν μπορείς να το επιστρέψεις, μόνο να το χάσεις.
Αποστόλης Ζυμβραγάκης, M.Ed. Φιλόλογος, Συγγραφέας