Είναι καλοκαίρι του 2000 σε έναν στενό παραλιακό δρόμο ανατολικά της Αθήνας. Ο μονότονος ήχος της νύχτας σκίζεται από τις ριπές των όπλων. Ένα βαρύ σκούρο τζιπ καρφώνεται στην άκρη του δρόμου με τα λάστιχα σκασμένα και τα τζάμια θρύψαλα. Ο οδηγός του δεν παραδίδεται. Βγάζει το δικό του όπλο, αδειάζει έναν γεμιστήρα 18 σφαιρών προσπαθώντας να πετύχει τους εκτελεστές του, αλλά η μάχη είναι εντελώς άνιση. Οι δολοφόνοι, κρυμμένοι πίσω από τα μαύρα κράνη τους, πλησιάζουν ψύχραιμα, του δίνουν τη χαριστική βολή και εξαφανίζονται.
Όταν η αστυνομία καταφθάνει, μαζεύει γύρω στους 60 κάλυκες από την άσφαλτο. Όμως, δίπλα στο γαζωμένο όχημα, οι Αρχές βρίσκουν κάτι που δεν ταιριάζει σε μια επαγγελματική εκτέλεση: ένα αθλητικό παπούτσι, το οποίο ένας από τους δολοφόνους έχασε την ώρα της μάχης. Το θύμα δεν ήταν ένας τυχαίος περαστικός. Ήταν ο Θέμης Καλαποθαράκος, το απόλυτο αφεντικό της αθηναϊκής νύχτας.
Πώς χτίστηκε η αυτοκρατορία
Για να καταλάβουμε ποιος ήταν ο Καλαποθαράκος, πρέπει να γυρίσουμε στη δεκαετία του '80, τότε που τα μεγάλα νυχτερινά κέντρα και τα κλαμπ ξεφύτρωναν το ένα μετά το άλλο στην Αθήνα. Ο Καλαποθαράκος δεν ήταν απλώς ένας "φουσκωτός" της πόρτας. Ήταν διορατικός, ήξερε να φτιάχνει συμμαχίες και γρήγορα ανέλαβε το πιο ακριβό «φιλέτο» της εποχής: την παραλιακή και τον Πειραιά.
Τη δεκαετία του '90, το παιχνίδι χόντρυνε. Το ξύλο αντικαταστάθηκε από βόμβες και συμβόλαια θανάτου. Το συνδικάτο των εκτελεστών ήταν γεγονός. Ο Καλαποθαράκος δεν λέρωνε τα χέρια του. Είχε αναθέσει τη «βρώμικη δουλειά» σε ανθρώπους όπως ο διαβόητος Βασίλης Σούφλας, ένας ψυχρός εκτελεστής που σκόρπισε τον πανικό μέχρι που το ίδιο το συνδικάτο τον έβγαλε από τη μέση, ρίχνοντάς τον σε τσιμέντο στο Δήλεσι.
Ο μύθος του Καλαποθαράκου γιγαντώθηκε το 1996 στο Παλαιό Φάληρο. Ένας αστυνομικός, εκτελώντας εν ψυχρώ το δεξί του χέρι σε ένα μπαρ, σημάδεψε και τον ίδιο. Με αντανακλαστικά γάτας, ο Καλαποθαράκος βούτηξε πίσω από το μπαρ, γλίτωσε τη ζωή του και έκτοτε θεωρούνταν ο απόλυτα «άτρωτος».
Οι διεθνείς διασυνδέσεις και ο πόλεμος των νονών
Ο Καλαποθαράκος δεν έμεινε στα στενά σύνορα της Ελλάδας. Στις αρχές της δεκαετίας του '90 βρέθηκε στη Γερμανία και δικτυώθηκε με τον Σέρβο παραστρατιωτικό και μαφιόζο Αρκάν, στήνοντας ένα δίκτυο εισαγωγής όπλων από τα Βαλκάνια προς την Αθήνα.
Η αρχή του τέλους, ωστόσο, γράφτηκε όταν ήρθε σε ρήξη με τον Θεμιστοκλή Παπαμάλη, έναν στενό του συνεργάτη, γνωστό ως «Βόσνιο». Ο Παπαμάλης ήταν ο νούμερο ένα κατασκευαστής βομβών της αθηναϊκής μαφίας. Όταν ο Καλαποθαράκος τού απαγόρευσε να φτιάχνει βόμβες για άλλες συμμορίες και εκείνος αρνήθηκε, ο πόλεμος ξεκίνησε. Τον Φεβρουάριο του 2000, ο Παπαμάλης δολοφονείται. Όλη η νύχτα ήξερε ότι πλέον ο απόλυτος στόχος ήταν ο ίδιος ο Καλαποθαράκος.
Η πτώση και το μυστήριο με το παπούτσι
Νιώθοντας τον κλοιό να στενεύει, ο «Βασιλιάς» κλείστηκε στο φρούριό του στον Σχοινιά, έχοντας ένα ολόκληρο οπλοστάσιο στην αυλή του και φορώντας διαρκώς αλεξίσφαιρο. Εκείνο το βράδυ της 25ης Ιουλίου του 2000, έκανε το μοιραίο λάθος: βγήκε οδηγώντας ένα απλό αυτοκίνητο της μητέρας του και όχι κάποιο από τα θωρακισμένα τζιπ του. Οι εκτελεστές τον περίμεναν.
Το παπούτσι που έμεινε πίσω βρέθηκε γεμάτο DNA. Οι φήμες της νύχτας μιλούσαν για μια άγρια ομάδα από τα δυτικά προάστια και «φωτογράφιζαν» συγκεκριμένους εκτελεστές. Ο θρύλος λέει ότι οι ηθικοί αυτουργοί, τρέμοντας μήπως το DNA τους προδώσει, δολοφόνησαν τον ίδιο τους τον εκτελεστή ρίχνοντάς τον μέσα σε ένα βαρέλι με τσιμέντο στον πάτο της θάλασσας.
Έξι χρόνια μετά, μέσα στη δικαστική αίθουσα, η πρώην σύντροφος του Βασίλη Στεφανάκου κατέθεσε ότι τη νύχτα της δολοφονίας η δική τους ομάδα πανηγύριζε, θεωρώντας ότι είχαν πάρει εκδίκηση για τον θάνατο του «Βόσνιου». Ο Στεφανάκος είχε γίνει πλέον το νέο αφεντικό της νύχτας.
Στον κόσμο του εγκλήματος, ωστόσο, δεν υπάρχουν συνταξιούχοι. Το ίδιο ακριβώς τέλος είχε δεκαοχτώ χρόνια αργότερα και ο ίδιος ο Βασίλης Στεφανάκος, πέφτοντας σε ενέδρα στο Χαϊδάρι, αποδεικνύοντας ότι το αίμα ξεπλένεται μόνο με αίμα. Η νύχτα δεν πενθεί τα παιδιά της. Απλώς περιμένει τον επόμενο.