Η Ωραία Ελένη αποτελεί μία από τις πιο εμβληματικές μορφές της ελληνικής μυθολογίας, μια φιγούρα που έχει απασχολήσει αμέτρητες φορές την κλασική λογοτεχνία και την αρχαία γραμματεία. Ενώ σχεδόν όλοι γνωρίζουν την αρπαγή της από τον Πάρη, τη μετάβασή της στην Τροία και τον φονικό δεκαετή πόλεμο που ακολούθησε, ελάχιστοι γνωρίζουν τι απέγινε η πιο όμορφη γυναίκα της Ελλάδας μετά την πτώση της πόλης. Η πορεία της προς τον θάνατο υπήρξε γεμάτη κινδύνους, συνεχείς ανατροπές και βαθιές προεκτάσεις γύρω από την ενοχή, την ομορφιά και την αναπόφευκτη νέμεση.
Αμέσως μετά την άλωση της Τροίας, το νήμα της ζωής της Ελένης βρέθηκε πολλές φορές μια ανάσα από το να κοπεί. Ο πρώτος που προσπάθησε να της στερήσει τη ζωή ήταν ο ίδιος της ο σύζυγος, ο Μενέλαος. Γεμάτος οργή για την προδοσία της, την πλησίασε με το ξίφος του υψωμένο, έτοιμος να πάρει εκδίκηση για τα είκοσι χρόνια αναμονής και πολέμου. Ωστόσο, μπροστά στην αφοπλιστική της ομορφιά, η οργή του κάμφθηκε και το όπλο έπεσε από τα χέρια του. Σύμφωνα με μια άλλη, πιο σκοτεινή εκδοχή που διασώζεται μέσα από τον μύθο, ο Μενέλαος ήθελε να την εκδικηθεί για μια πράξη ύψιστης προδοσίας απέναντι στους συμπατριώτες της. Τη νύχτα που οι Αχαιοί κρύβονταν στον Δούρειο Ίππο, η Ελένη περπατούσε γύρω του, μιμούμενη τις φωνές των αγαπημένων τους συζύγων, προσπαθώντας να τους κάνει να χάσουν τον έλεγχο και να αποκαλυφθούν. Αυτή η ψυχολογική πίεση που άσκησε στους πολεμιστές ήταν κάτι που ο Μενέλαος δυσκολεύτηκε να συγχωρήσει, αλλά η Ελένη αποποιήθηκε την ευθύνη ρίχνοντας το φταίξιμο στη θεά Αφροδίτη.
Το μίσος όμως απέναντί της ήταν γενικευμένο. Σε μια άλλη στιγμή, ένα οργισμένο πλήθος αποτελούμενο τόσο από Αχαιούς όσο και από Τρώες, την περικύκλωσε με σκοπό να τη λιθοβολήσει. Έχοντας χάσει τα αγαπημένα τους πρόσωπα, όλοι έβλεπαν στο πρόσωπό της την απόλυτη υπαίτια του ολέθρου. Και πάλι όμως, η μαγευτική της παρουσία στάθηκε αρκετή για να τους κάνει να πετάξουν τις πέτρες στο χώμα. Οι δοκιμασίες συνεχίστηκαν και κατά την επιστροφή της. Στο Άργος, ο καταδικασμένος σε θάνατο Ορέστης και ο φίλος του Πυλάδης προσπάθησαν να την εκτελέσουν και να απαγάγουν την κόρη της, την Ερμιόνη, για να εκβιάσουν τον Μενέλαο. Την τελευταία στιγμή, σώθηκε από τον θεό Απόλλωνα, σε μια κλασική, σωτήρια παρέμβαση από μηχανής θεού.
Η Ελένη κατάφερε τελικά να επιστρέψει στη Σπάρτη, όπου και έζησε πλάι στον Μενέλαο μέχρι τα βαθιά του γεράματα. Όμως, μετά τον θάνατό του, η προστασία της χάθηκε οριστικά. Οι κάτοικοι της περιοχής, μη μπορώντας να σβήσουν από τη μνήμη τους τα δεινά του παρελθόντος, την εξόρισαν. Αναζητώντας απεγνωσμένα ένα καταφύγιο, ταξίδεψε στο νησί της Ρόδου, ελπίζοντας να βρει θαλπωρή κοντά στη φίλη της και βασίλισσα του νησιού, Πολυξώ. Αυτό που αγνοούσε ήταν το τεράστιο αίσθημα εκδίκησης που φώλιαζε στην ψυχή της Πολυξούς, καθώς ο δικός της σύζυγος, ο Τληπόλεμος, είχε χάσει τη ζωή του στον Τρωικό Πόλεμο εξαιτίας της.
Το τραγικό και αναπόδραστο τέλος γράφτηκε μια νύχτα που η Ελένη βρισκόταν στην όχθη για να κάνει μπάνιο. Η Πολυξώ έστειλε τρεις γυναίκες, σκόπιμα μεταμφιεσμένες σε Ερινύες, τα μυθικά πνεύματα της εκδίκησης. Οι γυναίκες αυτές την άρπαξαν και την κρέμασαν από ένα δέντρο, δίνοντας ένα μακάβριο, άδοξο τέλος στην πιο ξακουστή γυναίκα του αρχαίου κόσμου. Η σύνδεση του μύθου με τον πραγματικό χώρο είναι τόσο ισχυρή, ώστε αιώνες αργότερα, ο περιηγητής Παυσανίας σημείωνε ότι στο συγκεκριμένο σημείο στη Ρόδο υπήρχε το ιερό της «Ελένης Δενδρίτιδος», μια υλική μαρτυρία αυτού του σκοτεινού επιλόγου.
Η ιστορία της Ωραίας Ελένης ξεπερνάει τα όρια του ρομαντισμού και μεταμορφώνεται σε έναν καθρέφτη της ανθρώπινης φύσης, της εκδίκησης και της αδυσώπητης μοίρας. Μέσα από την αφήγηση του μύθου, διαπιστώνουμε ότι τα μεγάλα έπη δεν τελειώνουν ποτέ με την πτώση των τειχών, αλλά συνεχίζουν να δοκιμάζουν τους ήρωές τους αναδεικνύοντας τα αιώνια μοτίβα των ανθρώπινων παθών.