Τον Ιανουάριο του 1826, η Ann Saunders επιβιβάστηκε στο πλοίο Francis Mary για ένα ταξίδι από τον Καναδά στο Λίβερπουλ. Το ταξίδι, που ξεκίνησε ειδυλλιακά, μετατράπηκε σε εφιάλτη όταν μια σφοδρή καταιγίδα κατέστρεψε το πλοίο. Ως εκ θαύματος, το σκάφος δεν βυθίστηκε, αλλά παρέμεινε ακυβέρνητο, εκτεθειμένο στον άγριο Ατλαντικό χειμώνα.
Είκοσι άνθρωποι βρέθηκαν παγιδευμένοι, με ελάχιστα εφόδια. Καθώς ο χρόνος περνούσε και οι επιζώντες πέθαιναν από το κρύο και την πείνα, η κατάσταση έγινε απελπιστική.
Από την απώλεια στην ανθρωποφαγία
Ο πρώτος θάνατος στο πλοίο έφερε μια φρικτή απόφαση. Με την τροφή να έχει τελειώσει, οι ναυαγοί αναγκάστηκαν να καταφύγουν στον κανιβαλισμό. Η ίδια η Ann Saunders, μια κοπέλα της καλής κοινωνίας, αρνήθηκε αρχικά να φάει ανθρώπινο κρέας. Μετά από 24 ώρες βασανιστικής πείνας, υπέκυψε.
Στο ημερολόγιό της, η Ann περιέγραψε τον τρόμο της:
«Ήμουν τόσο εξαχρειωμένη από την πείνα και τη δίψα που αναγκάστηκα να ρουφήξω το μισοπηγμένο αίμα από τα τραύματα του άψυχου κορμιού του».
Αυτό το απόσπασμα αφορά το σώμα του James Frazer, ενός άνδρα που είχε γνωρίσει στο πλοίο και της είχε κάνει πρόταση γάμου λίγο πριν την καταιγίδα.
Το φρικτό τέλος ενός εφιάλτη
Η κατάσταση στο πλοίο έγινε όλο και πιο νοσηρή. Οι επιζώντες έκοβαν τα λαρύγγια των νεκρών για να πιουν το αίμα τους, ενώ η Ann είδε τη φίλη της, κυρία Kendall, να τρώει τα μυαλά ενός νεκρού ναυτικού.
Όταν, τελικά, μια φρεγάτα εμφανίστηκε στον ορίζοντα, είχαν απομείνει μόνο έξι επιζώντες. Ο καπετάνιος του σκάφους ένιωσε φρίκη όταν είδε κομμάτια ανθρώπινης σάρκας να κρέμονται από τα σκοινιά του πλοίου.
Η Ann Saunders κατάφερε να επιβιώσει και να επιστρέψει στην Αγγλία. Παρά τις φρικτές πράξεις της, δεν μετάνιωσε ποτέ, υποστηρίζοντας ότι κανείς δεν είχε βιώσει τέτοιες δοκιμασίες. Η ιστορία της αποτελεί ένα συγκλονιστικό παράδειγμα για το πού μπορεί να οδηγήσει ένας άνθρωπος, όταν η επιβίωση γίνεται η μοναδική του επιλογή.
