Η υπόθεση της Ασούντα Μπάστα (Asunta Basterra) παραμένει μία από τις πιο συγκλονιστικές τραγωδίες στην ιστορία του ισπανικού εγκλήματος, φέρνοντας στο φως τη φρίκη μιας παιδικής δολοφονίας που διαπράχθηκε από εκείνους που υποτίθεται ότι θα την προστάτευαν: τους θετούς της γονείς. Η Ασούντα, γεννημένη στην Κίνα και υιοθετημένη το 2001 από το φαινομενικά ευκατάστατο και στοργικό ζευγάρι της Σαντιάγο ντε Κομποστέλα, τη δικηγόρο Ροζάριο Πόρτο και τον δημοσιογράφο Αλφόνσο Μπάστα, ήταν ένα χαρισματικό παιδί. Μιλούσε τέσσερις γλώσσες, λάτρευε το μπαλέτο και τη μουσική, και είχε μπροστά της ένα λαμπρό μέλλον, το οποίο διεκόπη βίαια σε ηλικία μόλις 12 ετών.
Το φθινόπωρο του 2013, η φαινομενικά τέλεια εικόνα της οικογένειας κατέρρευσε. Το σώμα της μικρής Ασούντα βρέθηκε εγκαταλελειμμένο σε έναν δασικό δρόμο. Αρχικά, η υπόθεση αντιμετωπίστηκε ως εξαφάνιση ή απαγωγή, καθώς οι γονείς είχαν δηλώσει την απώλειά της. Ωστόσο, οι αστυνομικές αρχές άρχισαν σύντομα να εντοπίζουν σοκαριστικές αντιφάσεις στις καταθέσεις τους. Βίντεο από κάμερες ασφαλείας κατέγραψαν τη Ροζάριο Πόρτο να οδηγεί προς το εξοχικό τους σπίτι, κοντά στο σημείο όπου αργότερα εντοπίστηκε το πτώμα, γεγονός που αντέκρουε τον ισχυρισμό της ότι η κόρη της βρισκόταν μόνη στο διαμέρισμα.
Η τοξικολογική εξέταση επιβεβαίωσε τις χειρότερες υποψίες: στο σώμα της Ασούντα ανιχνεύτηκαν υψηλές ποσότητες Λοραζεπάμης (Lorazepam), ενός ισχυρού ηρεμιστικού. Το παιδί είχε ναρκωθεί πριν από τον θάνατό του. Περαιτέρω έρευνες αποκάλυψαν ενδείξεις συστηματικής δηλητηρίασης, καθώς εκπαιδευτικοί είχαν αναφέρει ότι η Ασούντα φαινόταν συχνά εξαντλημένη και νυσταγμένη στα μαθήματα τους προηγούμενους μήνες. Τα στοιχεία υπέδειξαν ότι η δολοφονία δεν ήταν τυχαία, αλλά προσχεδιασμένη. Οι υποψίες στράφηκαν με βεβαιότητα στους ίδιους τους θετούς γονείς, οι οποίοι σύντομα τέθηκαν υπό κράτηση.
Οι αναλύσεις του ψυχολογικού προφίλ των γονέων σκιαγράφησαν μια ζοφερή εικόνα. Η Ροζάριο Πόρτο, προερχόμενη από πλούσια οικογένεια, έδειχνε χαρακτηριστικά ναρκισσιστικής διαταραχής, εμμονή με την εικόνα της τέλειας μητέρας και έντονη ανάγκη για έλεγχο. Ο Αλφόνσο Μπάστα, ο οποίος φαινόταν να έχει παθητικό ρόλο στη σχέση, κατηγορήθηκε ότι ακολούθησε την κυρίαρχη δύναμη της συζύγου του, αν και είχε και ο ίδιος ιστορικό βίαιης συμπεριφοράς. Οι ειδικοί διερεύνησαν διάφορα κίνητρα, όπως οικονομικά προβλήματα ή την πιθανότητα η Ροζάριο να θεωρούσε την κόρη της ανταγωνιστική απειλή για την ακαδημαϊκή και κοινωνική της επιτυχία.
Η πολύκροτη δίκη ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 2015, προσελκύοντας το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης και των μέσων ενημέρωσης. Η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε αδιάσειστα αποδεικτικά στοιχεία, όπως οι τοξικολογικές αναλύσεις, οι ψευδείς καταθέσεις και τα βίντεο από τις κάμερες. Παρά τις προσπάθειες των γονέων να παρουσιαστούν ως θύματα ή να αποστασιοποιηθούν, το δικαστήριο ήταν ξεκάθαρο. Τον Νοέμβριο του 2015, τόσο η Ροζάριο Πόρτο όσο και ο Αλφόνσο Μπάστα κρίθηκαν ένοχοι για τη δολοφονία της κόρης τους και καταδικάστηκαν σε 18 χρόνια κάθειρξη.
Η τραγωδία της Ασούντα δεν έληξε με την καταδίκη. Πέντε χρόνια αργότερα, τον Νοέμβριο του 2020, η Ροζάριο Πόρτο βρέθηκε νεκρή στο κελί της, έχοντας αυτοκτονήσει, κλείνοντας έτσι οριστικά το κεφάλαιο της προσωπικής της λογοδοσίας. Ο Αλφόνσο Μπάστα, αντίθετα, συνέχισε να ζει απομονωμένος στη φυλακή, αρνούμενος μέχρι τέλους την πλήρη ανάληψη της ευθύνης. Η υπόθεση αυτή αποτελεί μια σκοτεινή κληρονομιά και μια θλιβερή υπενθύμιση για το πόσο σημαντική είναι η κοινωνική επαγρύπνηση και η προστασία των παιδιών, καθώς το κακό μπορεί να κρύβεται εκεί που κανείς δεν το περιμένει, μέσα στον πυρήνα της οικογένειας.