Ο Όρκος του Ιπποκράτη, η αρχαία ιατρική αρχή που ορίζει το «μη βλάπτειν», παραβιάστηκε με τον πιο φρικιαστικό τρόπο από έναν άνθρωπο που ορκίστηκε να υπηρετεί την επιστήμη. Ο Γιόζεφ Μένγκελε, γνωστός με το διαβόητο παρατσούκλι «Ο Άγγελος του Θανάτου», υπήρξε η προσωποποίηση της απόλυτης κτηνωδίας, ένας ναζί γιατρός που διέπραξε ανείπωτα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας με την πλήρη στήριξη του Τρίτου Ράιχ. Γεννημένος σε μια ευκατάστατη οικογένεια στη Βαυαρία το 1911, ο Μένγκελε σπούδασε ιατρική και φυσική ανθρωπολογία, αποκτώντας διδακτορικό το 1935. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του, ασπάστηκε τη ναζιστική «φυλετική επιστήμη» και την ευγονική, πιστεύοντας στην ανωτερότητα της Άριας φυλής. Το 1937 εντάχθηκε στο Ναζιστικό Κόμμα και έναν χρόνο αργότερα στα διαβόητα SS, ξεκινώντας μια πορεία που θα τον οδηγούσε στα πιο σκοτεινά κεφάλαια της παγκόσμιας ιστορίας.
Η στρατιωτική του θητεία ξεκίνησε το 1939, υπηρετώντας στο Ανατολικό Μέτωπο κατά την Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα, όπου έλαβε μέρος σε επιχειρήσεις μαζικών σφαγών Εβραίων αμάχων. Αυτή η εμπειρία τον διαμόρφωσε σε έναν αδίστακτο Ναζί, ώσπου τον Ιανουάριο του 1943 μετατέθηκε στο Άουσβιτς-Μπίρκεναου, το πιο περιβόητο στρατόπεδο εξόντωσης. Εκεί, ο ρόλος του δεν ήταν η περίθαλψη, αλλά η επιλογή. Στην αποβάθρα, ο Μένγκελε αποφάσιζε με μια κίνηση του χεριού ποιοι κρατούμενοι ήταν ικανοί για καταναγκαστική εργασία και ποιοι, όπως τα παιδιά, οι ηλικιωμένοι και τα άτομα με αναπηρία, θα οδηγούνταν αμέσως στους θαλάμους αερίων. Αυτή η καθημερινή επαφή με τον θάνατο και ο κυνικός τρόπος με τον οποίο τον επέβαλε του χάρισαν το προσωνύμιο «Άγγελος του Θανάτου». Συμμετείχε προσωπικά στη διαλογή περίπου 2.900 Ρομά κρατουμένων, οι οποίοι εξοντώθηκαν σε μία μόνο μέρα κατά τη διάλυση του στρατοπέδου των Τσιγγάνων.
Ωστόσο, ο χειρότερος ρόλος του ήταν η λειτουργία του εργαστηρίου ανθρώπινων πειραμάτων που δημιούργησε μέσα στο στρατόπεδο. Υποστηριζόμενος από άλλους ναζί γιατρούς, ο Μένγκελε μετέτρεψε τους κρατούμενους σε «πειραματόζωα» για να «αποδείξει» τη ναζιστική ευγονική. Οι φρικαλεότητές του περιλάμβαναν την μόλυνση κρατουμένων με θανατηφόρες ασθένειες για να δοκιμαστούν θεραπείες, την εκτέλεση περιττών χειρουργικών επεμβάσεων χωρίς αναισθησία, τη μελέτη των αντιδράσεων σε ακραίες συνθήκες όπως το κρύο και οι υψηλές πιέσεις, και πειράματα με χημικά για μαζική στείρωση. Επέδειξε ιδιαίτερη εμμονή σε άτομα με αναπηρίες ή συγγενείς ανωμαλίες, καθώς και σε εγκύους, τις οποίες υποχρέωνε σε πρόωρους τοκετούς και καισαρικές τομές χωρίς αναισθησία, δολοφονώντας συχνά τόσο τη μητέρα όσο και το βρέφος για τη μελέτη των πτωμάτων τους.
Η πιο διαβόητη εμμονή του ήταν τα δίδυμα. Πίστευε ότι στα πανομοιότυπα δίδυμα βρισκόταν το κλειδί για την επιτάχυνση του ρυθμού γεννήσεων του «Άριου» γένους. Υπολογίζεται ότι πειραματίστηκε σε περίπου 732 ζεύγη διδύμων. Τα πειράματα περιελάμβαναν επικίνδυνες μεταγγίσεις αίματος μεταξύ τους, σκόπιμη μόλυνση του ενός διδύμου με ασθένειες για συγκριτική μελέτη με το γενετικά όμοιο αδέλφι, ή τη δολοφονία του ενός για να γίνει συγκριτική αυτοψία. Μια άλλη εμμονή του ήταν το χρώμα των ματιών: έκανε ενέσεις χημικών και βαφών στα μάτια παιδιών, συχνά χωρίς παυσίπονα, σε μια μάταιη προσπάθεια να τα κάνει «πιο Άρια» (μπλε), προκαλώντας λοιμώξεις και τύφλωση. Παραδόξως, ο Μένγκελε συχνά έδειχνε μια παραπλανητική ευγένεια στα παιδιά αυτά, τους έδινε δώρα και σοκολάτες, ενώ ταυτόχρονα ετοίμαζε το νυστέρι του. Αυτή η αντίφαση –ο ευγενικός άνδρας με τα πεντακάθαρα λευκά γάντια που διέπραττε την πιο απερίγραπτη βαρβαρότητα– αποτελεί ένα από τα πιο ανατριχιαστικά στοιχεία της ιστορίας του. Ο ίδιος δικαιολογούσε τις πράξεις του σχολιάζοντας ότι ήταν «έγκλημα να μην εκμεταλλεύεται κανείς» τις επιστημονικές ευκαιρίες που του παρείχε το Άουσβιτς.
Τον Ιανουάριο του 1945, με τον Κόκκινο Στρατό να πλησιάζει, ο Μένγκελε έφυγε από το Άουσβιτς, καίγοντας όσα στοιχεία προλάβαινε. Στο τέλος του πολέμου, παραδόθηκε στις αμερικανικές δυνάμεις φορώντας στολή απλού αξιωματικού της Βέρμαχτ και, κυρίως, χωρίς το τατουάζ της ομάδας αίματος των SS. Έτσι, το 1945, οι Αμερικανοί τον απελευθέρωσαν άθελά τους, επιτρέποντας σε έναν από τους χειρότερους εγκληματίες της ιστορίας να διαφύγει. Χρησιμοποιώντας ψεύτικη ταυτότητα, κατέφυγε μέσω των «γραμμών διαφυγής» στην Αργεντινή το 1949. Έζησε ανοιχτά ως «Χοσέ Μένγκελε» για πολλά χρόνια, λαμβάνοντας ακόμη και υπηκοότητα το 1956, με την οικονομική βοήθεια της εύπορης οικογένειάς του. Όμως, μετά τη σύλληψη του Άντολφ Άιχμαν το 1960, αναγκάστηκε να διαφύγει στο Παραγουάη και στη συνέχεια στη Βραζιλία, ζώντας υπό το ψεύτικο όνομα «Βόλφγκανγκ Γκέρχαρντ», πάντα αγωνιώντας μήπως συλληφθεί από τους Ισραηλινούς.
Ο Γιόζεφ Μένγκελε δεν αντιμετώπισε ποτέ τη δικαιοσύνη. Πέθανε το 1979 από εγκεφαλικό επεισόδιο και πνιγμό ενώ κολυμπούσε σε θέρετρο στη Βραζιλία. Τα λείψανά του αναγνωρίστηκαν οριστικά το 1985 και επιβεβαιώθηκαν με ανάλυση DNA το 1992. Η τραγωδία είναι διπλή: αφενός, ο Μένγκελε έζησε το υπόλοιπο της ζωής του ως ελεύθερος άνθρωπος (αν και γεμάτος άγχος και φόβο), και αφετέρου, τα πειράματά του απέδωσαν μηδενικά επιστημονικά δεδομένα. Χιλιάδες άνθρωποι υπέφεραν και πέθαναν με τον πιο φρικτό τρόπο, για απολύτως τίποτα. Η μόνη αλήθεια που απέμεινε είναι η καταγεγραμμένη ιστορία των εγκλημάτων του, χάρη στις μαρτυρίες των λίγων επιζώντων και των γιατρών-κρατουμένων, που πρέπει να μεταδίδεται, ώστε να μην επιτρέψουμε ποτέ ξανά μια τέτοια βαρβαρότητα.