Στις 19 Δεκεμβρίου 1979, λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα, η 18χρονη Μισέλ Μαρί Μαρτίνκο, μία τελειόφοιτος λυκείου στο Cedar Rapids της Αϊόβα, αποφάσισε να επισκεφθεί το εμπορικό κέντρο Westdale Mall για να παραλάβει ένα παλτό για τη μητέρα της, μετά την σχολική της συναυλία. Η Μισέλ, ένα τυπικό, φιλόδοξο κορίτσι που σχεδίαζε να σπουδάσει εσωτερική διακόσμηση, δεν επέστρεψε ποτέ σπίτι της. Οι ανήσυχοι γονείς της δήλωσαν την εξαφάνισή της, και λίγες ώρες αργότερα, η αστυνομία έκανε μια αποτρόπαιη ανακάλυψη: το άψυχο σώμα της βρέθηκε στο κάθισμα του συνοδηγού του οικογενειακού αυτοκινήτου, έχοντας δεχθεί 29 μαχαιριές στο λαιμό, το πρόσωπο και το στήθος.
Το έγκλημα ήταν άγριο και φαινόταν να έχει προσωπικό χαρακτήρα, παρά το γεγονός ότι δεν υπήρχαν ενδείξεις ληστείας —τα χρήματά της βρέθηκαν στην τσάντα της— ούτε ερωτικού κινήτρου. Η αστυνομία εργάστηκε άοκνα, πήρε καταθέσεις από εκατοντάδες μάρτυρες, χρησιμοποίησε τεστ αλήθειας και ακόμη και υπνωτισμό για να δημιουργήσει ένα σκίτσο του υπόπτου, αλλά η υπόθεση κατέληξε σε αδιέξοδο. Χωρίς δακτυλικά αποτυπώματα και με τους φίλους και γνωστούς της Μισέλ να έχουν αποκλειστεί μέσω εξετάσεων, ο φάκελος της δολοφονίας της έμελλε να γίνει μία από τις πιο γνωστές ψυχρές υποθέσεις της πολιτείας.
Η ελπίδα για δικαιοσύνη αναζωπυρώθηκε το 2006, 27 χρόνια μετά το φόνο, όταν ένας ντετέκτιβ ανακάλυψε στα παλιά αποδεικτικά στοιχεία ίχνη αίματος, τα οποία πιστεύθηκε ότι ανήκαν στον δολοφόνο και είχαν μείνει πάνω στα ρούχα της Μισέλ κατά τον αγώνα της για τη ζωή. Το DNA εισήχθη στο εθνικό σύστημα ευρετηρίου, το CODIS, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Η σύγχρονη τεχνολογία, όμως, ήταν αυτή που θα έδινε τη λύση: το 2017, με τη χρήση φαινοτυπίας, δημιουργήθηκε ένα νέο σκίτσο του υπόπτου από το DNA, το οποίο, παραδόξως, έδειχνε έναν ξανθό, γαλανομάτη άντρα, διαφορετικό από την αρχική περιγραφή των μαρτύρων.
Η πραγματική εξιχνίαση ήρθε το 2018, όταν το DNA του δολοφόνου εισήχθη στο GEDmatch, έναν δημόσιο ιστότοπο γενεαλογίας. Η γενεαλογική έρευνα οδήγησε τους ντετέκτιβ σε μια γυναίκα, τη δεύτερη ξαδέρφη του δράστη. Μέσα από τη δημιουργία ενός εκτεταμένου οικογενειακού δέντρου, οι υποψίες περιορίστηκαν σε τρία αδέλφια από το Μάντσεστερ της Αϊόβα. Ο τρίτος αδελφός, ο Jerry Lynn Burns, αρνήθηκε να δώσει δείγμα, αλλά οι αστυνομικοί χρησιμοποίησαν ένα ευφυές τέχνασμα: τον ανάγκασαν να πιει αναψυκτικά κατά τη διάρκεια της ανάκρισης και, αφού έφυγε, συνέλεξαν DNA από τα πεταμένα κουτάκια. Το δείγμα ταυτίστηκε απόλυτα με το DNA που είχε βρεθεί στα ρούχα της Μισέλ.
Ο Jerry Lynn Burns συνελήφθη στις 19 Δεκεμβρίου 2018, ακριβώς 39 χρόνια από την ημέρα της δολοφονίας της Μισέλ. Παρέμεινε ψυχρός και ανέκφραστος καθ’ όλη τη διάρκεια της ανάκρισης, δηλώνοντας ότι το τεστ DNA «θα δείξει την αλήθεια». Στις 20 Φεβρουαρίου 2020, ο 66χρονος κρίθηκε ένοχος για φόνο πρώτου βαθμού και καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη χωρίς αναστολή. Παρά την απόδοση δικαιοσύνης, το κίνητρο του Burns για τη δολοφονία της Μισέλ παραμένει άγνωστο. Η υπόθεση της Μισέλ Μαρτίνκο αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς η επιστήμη της γενεαλογικής DNA έχει γίνει το ισχυρότερο εργαλείο για την επίλυση ψυχρών υποθέσεων, φέρνοντας απαντήσεις σε οικογένειες που περίμεναν δεκαετίες.