Η είδηση που ήρθε από τη Νέα Σμύρνη την Τετάρτη 31 Ιανουαρίου 1979 συντάραξε συθέμελα την Ελλάδα: ο Πέτρος Μπάμπαλης, ο διαβόητος αρχιβασανιστής της χούντας, βρέθηκε δολοφονημένος κοντά στο σπίτι του, χτυπημένος από οκτώ σφαίρες στο κεφάλι και το στήθος. Δίπλα στο πτώμα, ήταν αφημένη μια δακτυλογραφημένη προκήρυξη της οργάνωσης «Επαναστατικός Λαϊκός Αγώνας (Ε.Λ.Α.) - Ομάδα Ιούνιος '78», η οποία αναλάμβανε την ευθύνη της «εκτέλεσης». Η προκήρυξη τόνιζε πως «ο άθλιος και μισητός βασανιστής, ο αστυνόμος Πέτρος Μπάμπαλης, έπαψε να υπάρχει» και πως η δράση και η φήμη του είχαν ξεπεράσει τα σύνορα της Ελλάδας κατά την επταετία. Ο Ε.Λ.Α. ήταν ένα παρακλάδι και «προσωπείο» της τρομοκρατικής οργάνωσης 17 Νοέμβρη.
Ο Πέτρος Μπάμπαλης γεννήθηκε το 1930 στα Καμπιά Φθιώτιδας. Εντάχθηκε στο Σώμα της Αστυνομίας Πόλεων, αποφοίτησε από τη Νομική Αθηνών και τη Σχολή Αξιωματικών. Κατά τη διετή θητεία του, γνώρισε τον Ευάγγελο Μάλλιο, με τον οποίο έμελλε να γίνουν γνωστοί για τα πεπραγμένα τους στο κτίριο της οδού Μπουμπουλίνας. Στην αστυνομική «πιάτσα», ο Μπάμπαλης ήταν γνωστός ως «αιγυπτιακή βιβλιοθήκη» λόγω της συνήθειας να φακελώνει τους πάντες ανάλογα με τα πολιτικά τους φρονήματα. Κατά τη διάρκεια της χούντας (1967-1974), η έδρα του ήταν η Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Αττικής στην οδό Μπουμπουλίνας 20, όπου οδηγούνταν οι συλληφθέντες αντιστασιακοί. Εκεί, σύμφωνα με μαρτυρίες, υποβάλλονταν σε ιδιαίτερα σκληρά βασανιστήρια, με τις κραυγές να φτάνουν μέχρι τα απέναντι σπίτια.
Μετά την πτώση της χούντας, ο Μπάμπαλης και άλλοι βασανιστές τέθηκαν σε διαθεσιμότητα και οδηγήθηκαν στη δικαιοσύνη, κατηγορούμενοι για κατάχρηση εξουσίας και ηθική αυτουργία σε βασανισμούς. Η πρώτη δίκη, τον Νοέμβριο του 1975 στο Μικτό Κακουργοδικείο Χαλκίδας, προκάλεσε σοκ. Παρά τις συνταρακτικές μαρτυρίες των θυμάτων, οι δικαστές αθώωσαν τέσσερις κατηγορουμένους, ενώ επέβαλαν στους υπόλοιπους εξαγοράσιμες ποινές. Για τον Πέτρο Μπάμπαλη, η κατηγορία μετατράπηκε από κακούργημα σε πλημμέλημα, αφήνοντάς τον ελεύθερο τον Απρίλιο του 1975. Στη δεύτερη δίκη, στην Πάτρα τον Δεκέμβριο του 1975, αθωώθηκε εκ νέου. Τελικά, στην τρίτη δίκη τον Σεπτέμβριο του 1976, του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 24 μηνών. Αφέθηκε ελεύθερος τον Οκτώβριο του 1977, καθώς η ποινή του μειώθηκε στο Εφετείο.
Η αποφυλάκιση του Μπάμπαλη προκάλεσε κύμα αντιδράσεων, με την κοινή γνώμη να κατακρίνει τις ελαστικές αποφάσεις των ελληνικών δικαστηρίων απέναντι στα εγκλήματα της χούντας. Ο ίδιος, βλέποντας την ένταση, αποφάσισε να εγκαταλείψει προσωρινά την Ελλάδα. Στο μεταξύ, τα μέλη του Ε.Λ.Α. συζητούσαν τη δολοφονία του. Όπως έγινε γνωστό αργότερα, η απόφαση για την εκτέλεση πάρθηκε μετά από ψηφοφορία με διαφορά μόλις μίας ψήφου. Η δολοφονία πραγματοποιήθηκε το βράδυ της 31ης Ιανουαρίου 1979, την ώρα που κατέβαινε από το σπίτι του στον Άγιο Σώστη της Νέας Σμύρνης, δεχόμενος οκτώ σφαίρες από δύο άνδρες. Ο θάνατός του πιστοποιήθηκε κατά τη μεταφορά του στο 401 Γενικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο.
Οι δράστες της επίθεσης δεν συνελήφθησαν ποτέ, αν και μετά τη σύλληψη μελών της 17 Νοέμβρη, αποκαλύφθηκε πως πέντε μέλη του Ε.Λ.Α. οργάνωσαν τη δολοφονία του, μεταξύ των οποίων και ο τρομοκράτης Χρήστος Τσουτσουβής. Η εκτέλεση του Μπάμπαλη ήρθε τρία χρόνια μετά τη δολοφονία του φίλου και συνεργάτη του, Ευάγγελου Μάλλιου, από τη 17 Νοέμβρη. Η κηδεία του Μπάμπαλη πραγματοποιήθηκε στη Νέα Σμύρνη, με τον τότε βουλευτή της Εθνικής Παράταξης, Χρύσανθο Αποστολάκο, να εκφωνεί επικήδειο λόγο, ενώ στεφάνια κατέθεσαν εκ μέρους του φυλακισμένου δικτάτορα Γεωργίου Παπαδόπουλου, του Δημητρίου Ιωαννίδη και της οικογένειας Μάλλιου. Ο Πέτρος Μπάμπαλης άφησε πίσω του μια σύζυγο και μια 16χρονη κόρη.