Τον Σεπτέμβριο του 1945, περίπου 100 Έλληνες όμηροι πολέμου επέστρεφαν στην πατρίδα τους. Ανάμεσά τους, στο αεροδρόμιο της Ελευσίνας, βρισκόταν ένας μεσήλικας με γυαλιά οράσεως, ο οποίος συστήθηκε ως Κωνσταντίνος Κωνσταντινίδης. Ωστόσο, οι υπάλληλοι σύντομα άρχισαν να έχουν υποψίες για την πραγματική του ταυτότητα. Η φωτογραφία του καρφιτσώθηκε για έρευνα και ένας χωρικός την αναγνώρισε αμέσως. Δεν επρόκειτο για κανέναν Έλληνα επαναπατρισθέντα, αλλά για τον Φρίντριχ Σούμπερτ, έναν από τους πιο στυγνούς Ναζί εγκληματίες πολέμου, ο οποίος κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής στην Ελλάδα είχε σφαγιάσει εκατοντάδες αθώους με τη βοήθεια Ελλήνων προδοτών. Ο ίδιος διαμαρτυρήθηκε έντονα, αλλά τα στοιχεία ήταν συντριπτικά εναντίον του. Συνελήφθη αμέσως και οδηγήθηκε στις φυλακές Βέροιας, αναμένοντας τη δίκη του.
Ο Φρίντριχ Σούμπερτ γεννήθηκε στο Ντόρτμουντ της Γερμανίας το 1897. Είχε πολεμήσει στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και μάλιστα παρασημοφορήθηκε από τον τουρκικό στρατό για τη βοήθειά του στην αναδιοργάνωση τμημάτων του Οθωμανικού στρατού στη Σμύρνη, αποκτώντας πολύ καλή γνώση της τουρκικής γλώσσας. Το 1934 έγινε μέλος του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος. Η δράση του στην Ελλάδα ξεκίνησε το 1941, όταν έφτασε στην Κρήτη, όπου του δόθηκε το προσωνύμιο «Τούρκος». Γρήγορα όμως μετατράπηκε σε διοικητή του Σώματος Κυνηγών, μιας ιδιαίτερα σκληρής στρατιωτικής ομάδας που αποτελούνταν από Έλληνες ποινικούς και προδότες με χαμηλό εθνικό φρόνημα. Αυτοί οι συνεργάτες, γνωστοί ως «Σουμπερίτες», φόρεσαν τη ναζιστική στολή και διέπραξαν φρικτά εγκλήματα σε βάρος των συμπατριωτών τους.
Η δράση των Σουμπεριτών στην Κρήτη ήταν θηριώδης: σκότωσαν, έκαψαν, έθαψαν ζωντανούς και βασάνισαν εκατοντάδες ανθρώπους, με τον αριθμό των δολοφονηθέντων αμάχων να ξεπερνά τους 200 μέχρι τις αρχές του 1944. Όταν το Σώμα Κυνηγών δέχτηκε ισχυρά χτυπήματα από τους αντάρτες, ο Σούμπερτ αποχώρησε κακήν κακώς από την Κρήτη και βρήκε καταφύγιο στη Μακεδονία. Εκεί, με τους εναπομείναντες περίπου 50 άντρες του, αναδημιούργησε το σώμα, εξαπολύοντας νέες επιθέσεις. Η περιοχή του Χορτιάτη δέχτηκε το μεγαλύτερο μένος του: με πρόσχημα τον θάνατο ενός Γερμανού στρατιώτη, συγκέντρωσαν γυναικόπαιδα σε δύο κτίρια και τους έβαλαν φωτιά, με αποτέλεσμα να καούν ζωντανοί 149 άνθρωποι. Συνέχισε τις θηριωδίες και σε άλλες περιοχές, όπως στα Γιαννιτσά, όπου τον Σεπτέμβριο του 1944 δολοφόνησε τουλάχιστον 100 κατοίκους.
Προς τα τέλη του Οκτωβρίου 1944, μετά την απελευθέρωση της Αθήνας, ο Σούμπερτ ακολούθησε τα γερμανικά στρατεύματα που αποχωρούσαν και κατέφυγε στην Αυστρία. Εκεί, τον Μάιο του 1945, παραδόθηκε στους Αμερικανούς, παρουσιάζοντας ψευδή ταυτότητα ως εκτοπισμένος Έλληνας ονόματι Κωνσταντίνος Κωνσταντινίδης. Με αυτό το ψεύτικο όνομα, επαναπατρίστηκε στην Ελλάδα, όπου η πραγματική του ταυτότητα αποκαλύφθηκε. Η δίκη του από το Ειδικό Στρατοδικείο Εγκληματιών Πολέμου ξεκίνησε τον Ιούλιο του 1947 στην Αθήνα, φέρνοντας στο φως όλα τα φρικτά του εγκλήματα. Ένας από τους μάρτυρες μάλιστα, ξεστόμισε τη φράση «Άλλοι 10 σαν αυτόν και δεν θα υπήρχε Ελλάδα».
Ο Σούμπερτ δήλωσε αθώος, αρνήθηκε να απολογηθεί και ζήτησε να καλέσει Γερμανούς δικηγόρους και μάρτυρες, ισχυριζόμενος ότι δεν υπήρχαν εγγυήσεις για δίκαιη απονομή δικαιοσύνης. Το δικαστήριο απέρριψε τα αιτήματά του. Στις 5 Αυγούστου 1947, κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε 27 φορές σε θάνατο —16 φορές για τα εγκλήματα στην Κρήτη και 9 για τα εγκλήματα στη Μακεδονία. Λίγους μήνες αργότερα, στις 22 Οκτωβρίου 1947, ο Φρίντριχ Σούμπερτ εκτελέστηκε στις φυλακές Επταπυργίου. Λίγο πριν την εκτέλεση, αρνήθηκε να μεταλάβει από τον καθολικό ιερέα, λέγοντας μόνο: «Η Γερμανία ζει και δεν πεθαίνει. Εύχομαι να ξαναγίνει μεγάλη για να μπορέσει να ξεπληρώσει όσα υποφέρει σήμερα». Η στιγμή της εκτέλεσής του καταγράφηκε φωτογραφικά, κλείνοντας έτσι το κεφάλαιο της δράσης του Γερμανού που αιματοκύλισε την Ελλάδα.