Η υπόθεση της Μαρίας Σαμπανιώτη αποτελεί μία από τις πιο συγκλονιστικές σελίδες στην ιστορία του σύγχρονου ελληνικού εγκλήματος, κυρίως επειδή η φερόμενη δράστρια ήταν η επιτομή του «απλού ανθρώπου». Γεννημένη στο Μελάνθιο της Καστοριάς γύρω στο 1936 και εγκατεστημένη στο Περιστέρι, η Σαμπανιώτη έβγαζε προς τα έξω την εικόνα της συνηθισμένης Ελληνίδας νοικοκυράς, μια φιγούρα που ενέπνεε εμπιστοσύνη και οικειότητα. Αυτή ακριβώς η οικειότητα, ωστόσο, έγινε το εργαλείο για να πραγματοποιήσει ένα αποτρόπαιο έγκλημα, που βύθισε στο πένθος δύο οικογένειες και της χάρισε το ανατριχιαστικό προσωνύμιο «Η Δολοφόνος με τα Τηγανόψωμα».
Η τραγωδία εκτυλίχθηκε το Σάββατο, 18 Ιανουαρίου 1992. Η Σαμπανιώτη είχε ετοιμάσει ζυμάρι για να φτιάξει τηγανόψωμα και φέρεται να ανακάτεψε στο αλεύρι Παραθείο (Parathion), ένα πανίσχυρο εντομοκτόνο. Αυτή τη θανατηφόρα ζύμη τη μοίρασε σε δύο οικογένειες με τις οποίες διατηρούσε φιλικές σχέσεις: της Ελένης Μουστόπουλου και της Ειρήνης Κλιματσάκη. Η κατανάλωση του δηλητηριασμένου φαγητού οδήγησε άμεσα σε κωματώδη κατάσταση όλα τα μέλη που έφαγαν, τα οποία διακομίστηκαν εσπευσμένα σε νοσοκομεία.
Οι συνέπειες ήταν ανεπανόρθωτες. Μέσα στις πρώτες έξι ημέρες, ο Θοδωρής Μουστόπουλος υπέκυψε στη δηλητηρίαση. Ακολούθησε τρεισήμισι μήνες αργότερα η Ειρήνη Κλιματσάκη και, έναν μόλις μήνα μετά, ο γιος της, Αντώνης Κλιματσάκης. Τρεις ψυχές χάθηκαν, ενώ τέσσερις ακόμα διασώθηκαν, αλλά σημαδεύτηκαν από την εμπειρία. Η αστυνομική έρευνα γρήγορα αποκάλυψε το εντομοκτόνο στη ζύμη και στράφηκε στη Σαμπανιώτη, η οποία αρνήθηκε κατηγορηματικά οποιαδήποτε εμπλοκή, ισχυριζόμενη ότι κάποιος άλλος, ενδεχομένως μια γειτόνισσα ή ο ανεπιθύμητος αρραβωνιαστικός της κόρης της, είχε βάλει το δηλητήριο ενώ εκείνη έλειπε.
Το κίνητρο, σύμφωνα με την εισαγγελική αρχή, ήταν μία ακραία μορφή τιμωρίας: η Σαμπανιώτη επιθυμούσε να παντρέψει τις κόρες της με τους γιους των δύο οικογενειών, Κώστα Μουστόπουλο και Αντώνη Κλιματσάκη, και η διακριτική αλλά σταθερή άρνηση των οικογενειών την οδήγησε σε ένα «σατανικό σχέδιο εξόντωσης». Κατά τη διάρκεια της δίκης της το 1993, ο εισαγγελέας Σταύρος Μαντάκος ήταν ιδιαίτερα αυστηρός, αποκαλώντας την «νέα Φόνισσα», παραπέμποντας στον ομώνυμο χαρακτήρα του Παπαδιαμάντη, και τόνισε ότι έκρυβε μέγιστο μίσος και ήταν πιο επικίνδυνη και από τον ρωχάμη.
Στις 3 Μαΐου 1994, η Μαρία Σαμπανιώτη κρίθηκε ομόφωνα ένοχη και καταδικάστηκε σε τρεις φορές ισόβια και επιπλέον 25 χρόνια κάθειρξη, χωρίς κανένα ελαφρυντικό. Το δικαστήριο έκρινε ότι το κρυφό της μίσος, τροφοδοτούμενο από την απόρριψη των προξενιών, εξελίχθηκε σε μανία εξόντωσης. Η Μαρία Σαμπανιώτη αποφυλακίστηκε το 2011, μετά από 19 χρόνια. Καταπονημένη και με σοβαρά προβλήματα υγείας, δεν σταμάτησε ποτέ να δηλώνει την αθωότητά της σε συνεντεύξεις, λέγοντας πως ο Θεός γνωρίζει την αλήθεια και πως λυπόταν βαθιά για τις τρεις ψυχές που χάθηκαν. Η τραγική ιστορία της Μαρίας Σαμπανιώτη παραμένει ένα σκοτεινό κεφάλαιο, θέτοντας το αιώνιο ερώτημα για το πόσο σκοτάδι μπορεί να κρύβει μια φαινομενικά αθώα εμφάνιση.