Στις τρεις τελευταίες ημέρες του Οκτωβρίου του 1999, το κέντρο της Αθήνας συγκλονίστηκε από ένα πρωτοφανές κύμα ξενοφοβικής βίας. Ο Παντελής Καζάκος, ένας 23χρονος φύλακας της ΕΡΤ, μέσα σε μόλις 72 ώρες, σκότωσε δύο ανθρώπους και τραυμάτισε επτά, με μοναδικό και αποκλειστικό κίνητρο την καταγωγή, το χρώμα και τη γλώσσα των θυμάτων του. Όλοι τους ήταν ξένοι, μετανάστες και πρόσφυγες, και δεν είχαν καμία προηγούμενη σχέση με τον δράστη. Αρχικά, οι ειδήσεις έκαναν λόγο για «ξεκαθάρισμα λογαριασμών μεταξύ αλλοδαπών», μια αφήγηση που τότε άρχιζε να εμφανίζεται δειλά δειλά στον Τύπο. Ωστόσο, όταν τα φονικά συνεχίστηκαν και ο δράστης συνελήφθη, τα μέσα αναγκάστηκαν να αλλάξουν το αφήγημά τους, κάνοντας λόγο για έναν «ψυχοπαθή». Ο όρος «ρατσιστής» δυσκολεύονταν ακόμη να ειπωθεί ανοιχτά, παρά το γεγονός ότι τα κίνητρα του Καζάκου ήταν πέρα από κάθε αμφιβολία ρατσιστικά.
Το τυφλό μίσος και η δολοφονία του Κούρδου πρόσφυγα
Το δολοφονικό σερί του Καζάκου ξεκίνησε τα μεσάνυχτα της 19ης προς 20ή Οκτωβρίου 1999 στο Μεταξουργείο. Κυριευμένος από ρατσιστικό αμόκ, περιφερόταν στο κέντρο της Αθήνας οπλισμένος με ένα μπράουνινγκ 7,5 mm, αναζητώντας θύματα. Εντόπισε μια παρέα τριών ανδρών, τους ρώτησε αν ήταν Κούρδοι και στην καταφατική τους απάντηση αντέδρασε με οκτώ πυροβολισμούς. Ο 22χρονος Ιρακινός Κούρδος Χοσεβί έπεσε νεκρός, ενώ ο 27χρονος Γιουσέφ Ρασούλ τραυματίστηκε στα πόδια. Ο τρίτος της παρέας, ο Σερίφ Χαντέλ, τραυματίστηκε τόσο κρίσιμα ώστε χρειάστηκε εντατική θεραπεία, επιβίωσε μεν, αλλά έμεινε ανάπηρος για το υπόλοιπο της ζωής του. Τους πυροβολούσε φωνάζοντας «Εγώ είμαι ορθόδοξος», ένα σαφές δείγμα της ιδεολογικής του τύφλωσης. Το πιο ανατριχιαστικό; Το πρωί πήγε κανονικά στη δουλειά του, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.
Το δεύτερο κύμα τρόμου και η σύλληψη
Το ίδιο βράδυ, ο Καζάκος επέστρεψε, αφήνοντας το σπίτι του στο Μπραχάμι για να συνεχίσει το φονικό του έργο, επιλέγοντας δρόμους στο κέντρο της Αθήνας όπου ήταν σίγουρος ότι θα συναντούσε μετανάστες. Στην Πλατεία Κουμουνδούρου πυροβόλησε και τραυμάτισε σοβαρά δύο άντρες από την Γκάνα, καθώς και τρία ακόμη άτομα - έναν Αιγύπτιο, έναν Πακιστανό και έναν Νιγηριανό - που στάθηκαν τυχεροί μέσα στην ατυχία τους, καθώς κατάφεραν να κρατηθούν στη ζωή. Στη συνέχεια, γύρω στις 04.00 το πρωί, συνάντησε έναν γνωστό του, έναν 22χρονο ναυτικό, τον Αποστόλη Αποστόλου, και του ζήτησε να τον ακολουθήσει για να δει πώς εκτελούνταν οι «μυστικές αποστολές». Ο ναυτικός έγινε σοκαρισμένος μάρτυρας της τελευταίας δολοφονίας, όταν ο Καζάκος πυροβόλησε τρεις φορές τον Γεωργιανό Ουντεσιάνι Τζορτζ στην οδό Ηπείρου στα Εξάρχεια, αφήνοντάς τον νεκρό.
Είναι εντυπωσιακό το πόσο ατρόμητος ήταν ο δράστης. Ακόμη και μετά τις πρώτες επιθέσεις, με την αστυνομία να βρίσκεται σε πλήρη κινητοποίηση και να αναζητά τον μανιακό, ο Καζάκος συνέχιζε να περιφέρεται οπλισμένος. Τελικά, συνελήφθη στις 04.30 μετά από μπλόκο των αστυνομικών. Ο μάρτυρας της τελευταίας επίθεσης, ο Αποστόλου, παρόλο που βρέθηκε με μία δόση ηρωίνης στην κατοχή του, κατέθεσε τα πάντα στην αστυνομία, μην αφήνοντας καμία αμφιβολία για την ταυτότητα του δράστη.
Η σύνδεση με την Ακροδεξιά και η δίκη
Κατά τη δεκάωρη ανάκριση, ο Παντελής Καζάκος δήλωσε ψυχρά: «Εγώ τα έκανα όλα, γιατί δεν γουστάρω τους ξένους» και «δεν μετανιώνω». Η αυταπάτη του ήταν τόσο μεγάλη που ρώτησε τον πατέρα του αν τον θεωρεί «ήρωα ή φονιά». Ο πατέρας του, στην προσπάθειά του να τον γλιτώσει από τα ισόβια, υιοθέτησε την υπερασπιστική γραμμή των ψυχολογικών προβλημάτων και της ψυχασθένειας, αναφέροντας ότι ο γιος του «έβλεπε πολέμους» και «φοβόταν ότι θα σφάξουν τους χριστιανούς οι μουσουλμάνοι».
Ωστόσο, οι ισχυρισμοί αυτοί κατέρρευσαν. Όπως έγινε γνωστό στη συνέχεια, ο Παντελής Καζάκος είχε σχέση με τη Χρυσή Αυγή. Παλιοί συμμαθητές του κατέθεσαν ότι ήταν μέλος της νεοναζιστικής οργάνωσης και ο συνήγορος Πολιτικής Αγωγής παρουσίασε φωτογραφία που τον έδειχνε να κρατά χρυσαυγίτικο πανό σε πορεία. Ένα από τα θύματά του, ο Νιγηριανός Αμπντούλ Τίμοθι, απέρριψε τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης με καίριο τρόπο, λέγοντας: «Τρελός; Μα οι τρελοί δεν ξέρουν να επιλέγουν. Αν πράγματι ήταν τρελός, είναι περισσότερο από σίγουρο πως θα είχε πάρει στο λαιμό του και Έλληνες, όχι μόνο μαύρους. Είναι το λιγότερο αστείο να το λέει κανείς αυτό. Τυφλός ναι, τρελός σε καμία περίπτωση. Τυφλός από το μίσος και τον ρατσισμό του».
Το δικαστήριο υιοθέτησε πλήρως την πρόταση του εισαγγελέα, απορρίπτοντας το ελαφρυντικό του μειωμένου καταλογισμού. Ο Παντελής Καζάκος καταδικάστηκε πρωτόδικα σε δις ισόβια και 25 χρόνια κάθειρξη, ποινή που επικυρώθηκε και το 2002 κατά την επανάληψη της ακροαματικής διαδικασίας. Το αίτημά του για αποφυλάκιση το 2013 απορρίφθηκε, κλείνοντας έτσι ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια της σύγχρονης ελληνικής εγκληματικής ιστορίας, το οποίο ενέπνευσε μάλιστα και το επεισόδιο «Σκουπίδια» της σειράς «Κόκκινος Κύκλος» το 2000.
