Η υπόθεση του Μπάμπη Αναγνωστόπουλου και της Καρολάιν Κράουτς είναι μια από τις πιο συγκλονιστικές υποθέσεις που έχουν απασχολήσει την ελληνική κοινωνία τα τελευταία χρόνια. Η ιδανική εικόνα του ευτυχισμένου ζευγαριού και πατέρα, η βίαιη δολοφονία της νεαρής Καρολάιν και η ψυχρή και υπολογισμένη προσπάθεια του Αναγνωστόπουλου να συγκαλύψει το έγκλημα πίσω από μια φανταστική ληστεία, έδωσαν στην υπόθεση διαστάσεις αστυνομικού θρίλερ.
Ο Μπάμπης Αναγνωστόπουλος, επαγγελματίας πιλότος, και η Καρολάιν, νεαρή γυναίκα γεμάτη όνειρα, γνωρίστηκαν όταν εκείνη ήταν έφηβη. Παντρεύτηκαν και απέκτησαν μία κόρη, τη μικρή Λυδία, ζώντας φαινομενικά μια αρμονική ζωή στα Γλυκά Νερά. Ωστόσο, μαρτυρίες φίλων αποκάλυψαν εντάσεις στη σχέση τους, οι οποίες είχαν γίνει πιο έντονες τους μήνες πριν από τη δολοφονία. Η Καρολάιν είχε εκφράσει σε φίλες της ότι ένιωθε εγκλωβισμένη, ενώ είχαν αναφερθεί και περιστατικά βίας από τον Μπάμπη προς εκείνη, κάτι που προϊδέαζε το τραγικό τέλος.
Στις 11 Μαΐου 2021, η αστυνομία ενημερώθηκε για υποτιθέμενη ληστεία στο σπίτι του ζευγαριού. Ο Μπάμπης Αναγνωστόπουλος τηλεφώνησε ισχυριζόμενος ότι μια ομάδα ληστών είχε εισβάλει τη νύχτα, τον είχε δέσει και είχε σκοτώσει τη σύζυγό του, Καρολάιν, μπροστά του. Η σκηνή του εγκλήματος ήταν εξαιρετικά βίαιη: η Καρολάιν βρέθηκε πνιγμένη στο κρεβάτι της, ενώ ο Αναγνωστόπουλος ήταν δεμένος, κλαίγοντας, περιγράφοντας το φρικτό συμβάν. Αρχικά, η κοινή γνώμη και τα μέσα ενημέρωσης πείστηκαν για την τραγική ληστεία. Ο Αναγνωστόπουλος εμφανιζόταν ως συντετριμμένος χήρος, μιλώντας με δάκρυα στα μάτια για τη γυναίκα του και ζητώντας δικαιοσύνη, κερδίζοντας τη συμπάθεια του κοινού για περισσότερο από έναν μήνα.
Ωστόσο, οι ερευνητές της αστυνομίας άρχισαν να παρατηρούν κενά και αντιφάσεις στην ιστορία του. Δεν υπήρχαν ίχνη παραβίασης των εισόδων, η περιγραφή των ληστών ήταν αόριστη, ενώ τα κλεμμένα αντικείμενα δεν ήταν μεγάλης αξίας. Η αστυνομία εστίασε στον ίδιο τον Μπάμπη, χρησιμοποιώντας τεχνολογική ανάλυση δεδομένων. Τα δεδομένα από το smartwatch της Καρολάιν ήταν το πρώτο μεγάλο στοιχείο που διέλυσε την ιστορία του, καθώς έδειξαν ότι ο θάνατός της είχε σημειωθεί πολύ νωρίτερα από την ώρα που ο Μπάμπης ισχυριζόταν ότι έγινε η ληστεία. Επιπλέον, τα δεδομένα από το κινητό του τηλέφωνο έδειχναν κινήσεις και δραστηριότητες που δεν ταίριαζαν με την περιγραφή του για τη νύχτα του εγκλήματος.
Μετά από εντατική ανάκριση, ο Μπάμπης Αναγνωστόπουλος ομολόγησε ότι αυτός σκότωσε την Καρολάιν. Το κίνητρο που ανέφερε ήταν μία έντονη λογομαχία που είχαν εκείνη τη νύχτα, ωστόσο η σχολαστική σκηνοθεσία της ληστείας και η ψυχρή παραπλάνηση της αστυνομίας και του κοινού για περισσότερες από 30 ημέρες μαρτυρούσαν έναν ψυχρό και υπολογιστικό τρόπο σκέψης. Αφού σκότωσε τη γυναίκα του, έστησε τη σκηνή της ληστείας με εξαιρετική ακρίβεια: έδεσε τα χέρια του με σχοινί, πέταξε μερικά πολύτιμα αντικείμενα και σκότωσε ακόμα και το σκυλί τους, προκειμένου να πείσει τις αρχές ότι οι ληστές ήταν βίαιοι και αδίστακτοι.
Η υπόθεση δημιούργησε εκτενείς συζητήσεις για το ψυχολογικό προφίλ του δράστη. Η ικανότητά του να υποδύεται τον συντετριμμένο χήρο με τόση ψυχραιμία και να ψεύδεται με πιστικό τρόπο, αποκάλυψε έναν βαθύ διχασμό στην προσωπικότητά του, σε αντίθεση με τη δημόσια εικόνα του στοργικού πατέρα. Η υπόθεση έφτασε στο δικαστήριο, όπου ο Μπάμπης Αναγνωστόπουλος καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη για τη δολοφονία της Καρολάιν.