Η υπόθεση της Λίνας Κοεμτζή, μιας νεαρής φοιτήτριας που βρέθηκε νεκρή κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες στη Θεσσαλονίκη το 2016, συγκλόνισε την κοινή γνώμη και άφησε πίσω της πολλά αναπάντητα ερωτήματα. Η Λίνα, γεννημένη το 1994, ήταν το μεγαλύτερο από τα πέντε παιδιά της οικογένειάς της, ένα κοινωνικό και δοτικό παιδί γεμάτο όνειρα, που σπούδαζε βιολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Παρά την αρχική εκτίμηση της αστυνομίας για αυτοκτονία, οι γονείς της, Σταυρούλα και Παναγιώτης, ήταν πεπεισμένοι πως κάποιος ή κάποιοι άλλοι ευθύνονταν για τον χαμό της κόρης τους και ξεκίνησαν έναν πολυετή αγώνα για την απόδοση δικαιοσύνης.
Η ζωή της Λίνας άλλαξε δραματικά το 2015. Ένας γνωστός της από τα Γιαννιτσά την έπεισε να φωτογραφηθεί γυμνή και ημίγυμνη, με τη διαβεβαίωση ότι οι φωτογραφίες προορίζονταν αποκλειστικά για πρακτορεία μοντέλων. Δυστυχώς, ο γνωστός της ανέβασε τις φωτογραφίες στο διαδίκτυο, ξεκινώντας έναν Γολγοθά για τη Λίνα, η οποία άρχισε να δέχεται προσβλητικά και απειλητικά μηνύματα. Παρόλο που η οικογένειά της τη στήριξε, ο εφιάλτης επανήλθε το καλοκαίρι του 2016, όταν ένας νέος σύντροφός της τη βιντεοσκόπησε σε προσωπικές τους στιγμές και άρχισε να την εκβιάζει. Η Λίνα βρέθηκε αντιμέτωπη με συνεχείς απειλές για τη δημοσιοποίηση του βίντεο, ειδικά μετά τη γνωριμία της με έναν άλλο άνδρα με τον οποίο ερωτεύτηκε. Αυτή τη φορά, προσπάθησε να διαχειριστεί την κατάσταση μόνη της, νιώθοντας ντροπή και φόβο.
Το τραγικό τέλος ήρθε τη Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2016. Η Λίνα, αφού συναντήθηκε με τον σύντροφό της και επέστρεψε στη φοιτητική εστία όπου έμενε στον 7ο όροφο, ανέβηκε στον 9ο. Σύμφωνα με μαρτυρίες, μπήκε σε ένα δωμάτιο κοριτσιών, όπου έτρεμε και έκλαιγε, εκφράζοντας αμφιβολίες για τον εαυτό της. Στη συνέχεια, βγήκε στο μπαλκόνι για ένα τσιγάρο και αμέσως μετά έπεσε στο κενό. Η αστυνομία έκλεισε την υπόθεση ως αυτοκτονία λόγω ερωτικής απογοήτευσης. Ωστόσο, οι γονείς της, οι οποίοι μόλις είχαν μετακομίσει στη Γερμανία για οικονομικούς λόγους και ενημερώθηκαν τηλεφωνικά για το «ατύχημα», ποτέ δεν πίστεψαν αυτή την εκδοχή.
Οι γονείς της Λίνας, αψηφώντας την απόφαση της αστυνομίας, ξεκίνησαν μόνοι τους την έρευνα και ανακάλυψαν πολλά κενά. Διαπίστωσαν ότι έλειπε το προσωπικό ημερολόγιο της κόρης τους, ενώ στο κινητό της βρέθηκαν πολλά απειλητικά και χυδαία μηνύματα σχετικά με το ροζ βίντεο. Τα στοιχεία αυτά, σε συνδυασμό με μαρτυρίες αυτοπτών μαρτύρων ότι μετά την πτώση δύο άνδρες έψαχναν για κάποιο στικάκι στη σορό της, οδήγησαν στην επαναλειτουργία της υπόθεσης το 2018. Όλα έδειχναν ότι η Λίνα δεν είχε το προφίλ κάποιου που ήθελε να αυτοκτονήσει, αλλά αντίθετα είχε πέσει θύμα διαδικτυακού εκφοβισμού και παραβίασης προσωπικών δεδομένων. Ωστόσο, το 2020, η δικογραφία για τον θάνατο της Λίνας αρχειοθετήθηκε εκ νέου από αντιεισαγγελέα εφετών, κρίνοντας ότι επρόκειτο για αυτοκτονία, παρά τις καταγγελίες της μητέρας.
Η υπόθεση παραμένει ένα συνονθύλευμα αναπάντητων ερωτημάτων. Μέχρι σήμερα, οι γονείς δεν έχουν λάβει απαντήσεις για το ποιος ακριβώς βρήκε τη Λίνα, ποιος κάλεσε το ασθενοφόρο ή γιατί, αν αποφάσισε να αυτοκτονήσει, δεν το έκανε από τον δικό της όροφο. Οι απειλές και ο διαδικτυακός εκφοβισμός που δεχόταν η νεαρή φοιτήτρια θεωρούνται από πολλούς ως η βασική αιτία που την οδήγησε στο τραγικό τέλος, καθιστώντας το έγκλημα ακόμη πιο σοβαρό, καθώς πρόκειται για μια πράξη που προκλήθηκε από τις απειλές τρίτων. Οι γονείς της Λίνας συνεχίζουν τον αγώνα τους, αναζητώντας την αλήθεια και την τιμωρία των υπευθύνων, με την ελπίδα ότι η υπόθεση αυτή θα ευαισθητοποιήσει για τη σημασία της δίωξης ηλεκτρονικού εγκλήματος και την ανάγκη προστασίας των νέων από τον διαδικτυακό εκφοβισμό.