Στις 26 Μαΐου 1828, στους δρόμους της Νυρεμβέργης, εμφανίστηκε ένα νεαρό αγόρι, περίπου 16 ετών, σε κατάσταση σύγχυσης και αποπροσανατολισμού, ντυμένο με κουρελιασμένα ρούχα αλλά φορώντας ένα ακριβό μεταξωτό μαντήλι και κρατώντας ένα κεντημένο μαντήλι με τα αρχικά Κ.Χ. Το πιο περίεργο ήταν ότι περπατούσε με τον τρόπο ενός νήπιου και μπορούσε να πει μόνο το όνομά του και μια ολοκληρωμένη πρόταση: «Θέλω να γίνω ιππέας σαν τον πατέρα μου». Έφερε μαζί του ένα σημείωμα που ισχυριζόταν ότι ο πατέρας του ανήκε στο ιππικό, θέτοντας έτσι τις βάσεις για τον μεγαλύτερο, ίσως, γρίφο της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας, τον Κάσπαρ Χάουζερ.
Υπό τη φροντίδα του ντόπιου δασκάλου Φρίντριχ Ντάουμερ, άρχισαν να αποκαλύπτονται οι εκπληκτικές ιδιαιτερότητες του αγοριού. Ο Κάσπαρ ήταν εξαιρετικά ευαίσθητος στο φως και τον ήχο – μπορούσε να βλέπει σχεδόν στο απόλυτο σκοτάδι και να ακούει ψίθυρους από μακριά, αλλά ο ήλιος τον τύφλωνε. Έτρωγε μόνο ψωμί και νερό, καθώς οτιδήποτε άλλο του προκαλούσε αναγούλα. Η συμπεριφορά του έδειχνε ότι δεν είχε δει ποτέ κερί ή καθρέφτη, προσπαθώντας μάλιστα να πιάσει το είδωλό του. Όταν έμαθε να μιλάει, ο Κάσπαρ διηγήθηκε τη φρικτή ιστορία του: υποστήριξε ότι τον κρατούσαν κλεισμένο για χρόνια σε ένα μικρό, σκοτεινό κλουβί, τόσο μικρό που δεν μπορούσε να σταθεί όρθιος, ενώ δεν είχε δει ποτέ το πρόσωπο του δεσμοφύλακά του, ο οποίος τον τύφλωσε πριν τον φέρει στη Νυρεμβέργη.
Η σχετικά ήρεμη ζωή του διακόπηκε από βίαια και μυστηριώδη περιστατικά, τα οποία τροφοδότησαν τις αμφιβολίες για την αξιοπιστία του. Στα τέλη του 1829, βρέθηκε να αιμορραγεί στο κελάρι, ισχυριζόμενος ότι δέχτηκε επίθεση από τον απαγωγέα του, ο οποίος του είπε: «Θα πεθάνεις πριν φύγεις από τη Νυρεμβέργη». Λίγους μήνες αργότερα, βρέθηκε με τραύμα από πυροβόλο όπλο, ισχυριζόμενος ότι γλίστρησε και έπιασε κατά λάθος ένα πιστόλι που κρεμόταν στον τοίχο, το οποίο εκπυρσοκρότησε. Οι αμφιβολίες για τον Κάσπαρ εντάθηκαν από τους ευεργέτες του, όπως ο Λόρδος Στάνχοουπ, ο οποίος τον αμφισβήτησε. Η ιστορία του κατέληξε σε ένα δραματικό και μυστηριώδες τέλος στις 14 Δεκεμβρίου 1833. Ο Κάσπαρ ισχυρίστηκε ότι κάποιος τον παρέσυρε σε ένα πάρκο, δίνοντάς του την υπόσχεση πληροφοριών για τη μητέρα του, αλλά αντ' αυτού τον μαχαίρωσε θανάσιμα στο στήθος, παραδίδοντάς του ταυτόχρονα μια τσάντα. Η αστυνομία βρήκε τη τσάντα με ένα σημείωμα γραμμένο ανάποδα, γεμάτο γραμματικά λάθη που ο Κάσπαρ συνήθιζε να κάνει, αφήνοντας την ταυτότητα του δολοφόνου άγνωστη. Πέθανε τρεις μέρες αργότερα, και η ταφόπλακά του έγραφε: «Γρίφος της εποχής του, η γέννησή του άγνωστη, ο θάνατός του μυστηριώδης».
Οι ιστορικοί διχάζονται εδώ και δύο αιώνες μεταξύ δύο κύριων θεωριών. Η μία υποστηρίζει ότι ο Κάσπαρ Χάουζερ ήταν απλώς ένας ψεύτης και ζηλωτής προσοχής, ο οποίος έπασχε από ψυχική διαταραχή που τον οδηγούσε να αυτοτραυματίζεται για να κερδίσει την εύνοια και τον οίκτο των άλλων. Αυτή η άποψη ενισχύεται από το γεγονός ότι η δίαιτά του (μόνο ψωμί και νερό) θα έπρεπε να είχε προκαλέσει σκορβούτο, το οποίο δεν είχε, και από τις αναφορές ψυχιάτρων ότι ένας άνθρωπος που είχε ζήσει υπό τις συνθήκες που περιέγραφε δεν θα είχε επιβιώσει ή δεν θα είχε αναπτύξει νοητική ικανότητα.
Η δεύτερη, πιο συναρπαστική θεωρία, τον θέλει νόμιμο διάδοχο του θρόνου του Μπάντεν. Ο θρύλος έλεγε ότι ο Κάσπαρ ήταν ο γιος του Μεγάλου Δούκα Καρόλου και της Στεφανίας ντε Μπωαρναί, ο οποίος υποτίθεται ότι πέθανε βρέφος το 1812. Η φιλόδοξη μητέρα του Λεοπόλδου Α' του Μπάντεν, Λουίζα Καρολίνα, φημολογούνταν ότι αντικατέστησε τον νόμιμο διάδοχο με ένα ετοιμοθάνατο βρέφος για να εξασφαλίσει τον θρόνο για τον δικό της γιο, Λεοπόλδο. Τα ακριβά ρούχα του Κάσπαρ και κάποιες γνώσεις του για τις αρχοντικές επαύλεις έδωσαν τροφή σε αυτήν τη φήμη, η οποία έγινε τόσο διαδεδομένη ώστε η βασιλική οικογένεια να θεωρηθεί ότι είχε κίνητρο να τον δολοφονήσει, όταν η φήμη ότι ο διάδοχος ζούσε άρχισε να εξαπλώνεται.
Παρόμοιες αντιφάσεις εμφανίστηκαν και στις προσπάθειες επίλυσης του μυστηρίου μέσω DNA. Ένα τεστ DNA του 1998, από δείγμα αίματος στα εσώρουχά του, δεν έδειξε σύνδεση με τη βασιλική οικογένεια. Ωστόσο, ένα δεύτερο τεστ μιτοχονδριακού DNA το 2002, χρησιμοποιώντας διαφορετικό δείγμα, έδειξε 95% αντιστοιχία με απόγονο της Στεφανίας ντε Μπωαρναί. Καθώς όμως τα δύο δείγματα αίματος δεν ταίριαζαν μεταξύ τους, ο Κάσπαρ Χάουζερ παραμένει ένας από τους μεγαλύτερους γρίφους της ιστορίας, ένα παιδί που είτε ήταν ένας ευφυής απατεώνας είτε ένας εκτοπισμένος πρίγκιπας, θύμα μιας σκοτεινής συνωμοσίας.