Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 δεν ήταν μόνο ένας αγώνας ηρωισμού και αυτοθυσίας, αλλά και μια περίοδος έντονων συγκρούσεων ανάμεσα σε εκείνους που πίστεψαν στο όραμα της ελευθερίας και σε όσους επέλεξαν να προστατεύσουν τα προσωπικά τους συμφέροντα και προνόμια. Μια από τις πιο σκοτεινές και λιγότερο γνωστές ιστορίες είναι αυτή του Σωτηράκη Κουγιά, ενός πλούσιου προκρίτου της Τριπολιτσάς. Ο Κουγιάς, απολαμβάνοντας την εύνοια της οθωμανικής διοίκησης, στάθηκε εξαρχής εχθρικός προς την ιδέα του ξεσηκωμού. Μάλιστα, όταν τον πλησίασαν για να ενταχθεί στη Φιλική Εταιρεία, όχι μόνο αρνήθηκε, αλλά επιχείρησε να προδώσει τους επαναστάτες στους Τούρκους, αν και η πληροφορία του θεωρήθηκε τότε αόριστη και δεν οδήγησε σε συλλήψεις.
Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Τριπολιτσάς, ο Κουγιάς παρέμεινε εντός των τειχών, τηρώντας μια παθητική και διπρόσωπη στάση. Προσπάθησε να διατηρήσει την εμπιστοσύνη των Οθωμανών, ενώ ταυτόχρονα, βλέποντας την πλάστιγγα να γέρνει προς την ελληνική πλευρά, έκανε μικρές κινήσεις εύνοιας προς τους αιχμάλωτους Έλληνες προκρίτους για να εξασφαλίσει την επόμενη ημέρα. Ωστόσο, οι ένοπλες ομάδες των Ελλήνων και οι οπλαρχηγοί που μάτωναν στα πεδία των μαχών δεν είχαν ξεχάσει τη στάση του. Η ώρα της κρίσης ήρθε στις 23 Σεπτεμβρίου 1821, την ημέρα της άλωσης της Τριπολιτσάς, όταν τα επαναστατικά στρατεύματα εισέβαλαν στην πόλη.
Ο καπετάνιος Γιαννάκης Νταγρές (ή Δαγρές), ένας από τους πλέον δυναμικούς οπλαρχηγούς της εποχής, εισήλθε στην πόλη και οδηγήθηκε από τους ίδιους τους κατοίκους στο σπίτι του Κουγιά, ο οποίος κατηγορούνταν ανοιχτά ως προδότης. Η τιμωρία που ακολούθησε ήταν ωμή και ενδεικτική της βιαιότητας του πολέμου. Ο Νταγρές, πιθανώς φορτισμένος και από τον πρόσφατο θάνατο του αδερφού του στη μάχη της Γράνας, βασάνισε τον Κουγιά μπροστά στην οικογένειά του. Παρά τις ικεσίες και τις προσφορές μεγάλων χρηματικών ποσών για να σταματήσει, ο οπλαρχηγός συνέχισε το μαρτύριο, φτάνοντας στο σημείο να κόψει το αυτί του προκρίτου και να τον αναγκάσει να το καταπιεί, προτού τον εκτελέσει οριστικά.
Υπάρχουν ιστορικές αναφορές και λαϊκοί θρύλοι που εμπλέκουν και τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη στη σκηνή, με ορισμένους να υποστηρίζουν ότι ήταν παρών και ενέκρινε την τιμωρία, ενώ άλλοι λένε ότι έδωσε ο ίδιος το τελειωτικό χτύπημα για να λυτρώσει τον Κουγιά από το μαρτύριο. Αν και η παρουσία του «Γέρου του Μωριά» μπορεί να προστέθηκε μεταγενέστερα για να δώσει μια ηθική νομιμοποίηση στην πράξη, το βέβαιο είναι ότι η τύχη του Κουγιά λειτούργησε ως ένα σκληρό μήνυμα προς οποιονδήποτε σκεφτόταν να προδώσει τον αγώνα. Η ιστορία αυτή αναδεικνύει ότι στην επανάσταση οι πράξεις είχαν βαρύ τίμημα και η προδοσία τιμωρούνταν με τον πιο αμείλικτο τρόπο.