Ο Μέγας Αλέξανδρος υπήρξε μία από τις πιο επιδραστικές προσωπικότητες όλων των εποχών. Ξεκινώντας από τη Μακεδονία, έφτασε μέχρι τις Ινδίες, αλλάζοντας τον ρου ολόκληρου του αρχαίου κόσμου και θέτοντας τις βάσεις του Ελληνιστικού πολιτισμού. Η ζωή του, γεμάτη πόλεμο, κατακτήσεις και πολιτικά παιχνίδια, εξακολουθεί να συναρπάζει, ενώ η κληρονομιά του παραμένει αναλλοίωτη. Γεννήθηκε στην Πέλλα της Μακεδονίας το 356 π.Χ. και εκπαιδεύτηκε από τον Αριστοτέλη, γεγονός που τον συνδέει με τη σπουδαία αλυσίδα γνώσης που ξεκινά από τον Σωκράτη και τον Πλάτωνα. Έγινε βασιλιάς σε ηλικία μόλις 20 ετών, μετά τη δολοφονία του πατέρα του, Φιλίππου Β', συνέτριψε τους εχθρούς του, ένωσε την Ελλάδα και ξεκίνησε την εκστρατεία του εναντίον των Περσών, φτάνοντας μέχρι την Κεντρική Ασία και τις Ινδίες. Επέστρεψε στη Βαβυλώνα το 323 π.Χ. για να σχεδιάσει τα επόμενα βήματά του, αλλά πέθανε ξαφνικά, αφήνοντας πίσω του μια τεράστια αυτοκρατορία.
Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία που καθόρισαν τον Αλέξανδρο ήταν η βαθιά επίδραση της Ιλιάδας του Ομήρου επάνω του. Ο Αριστοτέλης του είχε δωρίσει ένα προσωπικό αντίγραφο του έπους, το οποίο ο Αλέξανδρος δεν αποχωριζόταν ποτέ, κοιμόταν με αυτό κάτω από το μαξιλάρι του και το πήρε μαζί του στις εκστρατείες του. Μέσα από τον Όμηρο, συνέδεσε την ανθρώπινη αρετή με την τιμή και τη δόξα, βρίσκοντας ένα από τα πρότυπά του στον ήρωα Αχιλλέα, του οποίου, μάλιστα, θεωρούνταν απόγονος.
Ο Αλέξανδρος είχε μια εξίσου ιδιαίτερη σχέση με το περίφημο άλογό του, τον Βουκεφάλα. Ήταν ένα μαύρο, περήφανο, αδάμαστο θεσσαλικό άλογο. Σε ηλικία μόλις 12 ετών, ο Αλέξανδρος κατάφερε να δαμάσει τον Βουκεφάλα παρατηρώντας ότι φοβόταν τη σκιά του και γυρίζοντάς τον προς τον ήλιο. Από τότε, έγιναν αχώριστοι σύντροφοι σε όλες τις εκστρατείες του Αλεξάνδρου. Όταν ο Βουκεφάλας πέθανε από γηρατειά το 326 π.Χ. μετά τη μάχη στον Υδάσπη, ο Αλέξανδρος φρόντισε να τον αθανατίσει ιδρύοντας μια νέα πόλη στο σημερινό Πακιστάν, την οποία ονόμασε Βουκεφάλα.
Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Αίγυπτο, ο Μακεδόνας βασιλιάς επισκέφθηκε το Μαντείο του Άμμωνος Δία στην Όαση της Σίβα, ένα ιερό που συνδύαζε τον αιγυπτιακό θεό Άμμωνα Ρα με τον ελληνικό Δία. Μετά το τελετουργικό, ο Αλέξανδρος ενημέρωσε τους ακολούθους του μόνο ότι είχε ακούσει αυτά που ήλπιζε και ότι ο ιερέας τον αναγνώρισε ρητά ως γιο του Δία. Αυτή η θεϊκή καταγωγή επιβεβαιώθηκε αργότερα από το Μαντείο του Απόλλωνα στα Δίδυμα της Ιωνίας και υιοθετήθηκε ευρέως στην εποχή του, όπως φαίνεται και από τον ζωγράφο Απελλή, ο οποίος τον απεικόνισε να κρατά κεραυνό.
Η σχέση του με τον δάσκαλό του, τον Αριστοτέλη, πέρασε από κρίση όταν ο φιλόσοφος αποφάσισε να εκδώσει και να δημοσιοποιήσει πραγματείες σχετικά με τη μεταφυσική, θέματα που υποτίθεται ότι ήταν προορισμένα για λίγους εκλεκτούς, μεταξύ των οποίων και ο Αλέξανδρος. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ο Αλέξανδρος έστειλε μια επιστολή στον Αριστοτέλη, εκφράζοντας τη δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι η εκπαίδευσή του γινόταν «κοινή περιουσία για όλους». Ο Αριστοτέλης τον καθησύχασε απαντώντας πως μόνο όσοι είχαν παρακολουθήσει τα μαθήματά του θα μπορούσαν να κατανοήσουν πλήρως τα γραφόμενά του, υπογραμμίζοντας την τεράστια αξία που είχε η γνώση.
Το μυστήριο του θανάτου του παραμένει άλυτο. Τον Ιούνιο του 323 π.Χ., ο Μέγας Αλέξανδρος πέθανε στη Βαβυλώνα σε ηλικία 32 ετών. Οι επικρατέστερες εκδοχές από τον Πλούταρχο και τον Αρριανό αναφέρουν ότι μετά από μια νύχτα οινοποσίας, εμφάνισε υψηλό πυρετό, εξασθένησε και πέθανε μετά από περίπου 14 ημέρες. Άλλοι αρχαίοι συγγραφείς αναφέρουν τη θεωρία της δηλητηρίασης, ίσως από τον Ιόλα, γιο του Αντιπάτρου. Ωστόσο, δεν είναι γνωστό κάποιο δηλητήριο της εποχής που να δρούσε τόσο αργά. Η πιο πιθανή εξήγηση σήμερα είναι ότι η εξάντληση από τις εκστρατείες, τα παλιά τραύματα, η άκρατη κατανάλωση κρασιού και το σοκ από τον θάνατο του Ηφαιστίωνα συνδυάστηκαν με μια ασθένεια όπως η ελονοσία, ο τυφοειδής πυρετός ή η μηνιγγίτιδα.
Ακόμα και μετά τον θάνατό του, η σορός του συνέχισε να είναι αντικείμενο πολιτικής διαμάχης. Ενώ προοριζόταν να ταφεί στη Μακεδονία, ο Πτολεμαίος, ένας από τους παιδικούς του φίλους και Σατράπης της Αιγύπτου, έκλεψε τη σορό κατά τη μεταφορά της από τη Βαβυλώνα. Την έθαψε αρχικά στη Μέμφιδα και στη συνέχεια τη μετέφερε στην Αλεξάνδρεια, την πόλη που είχε ιδρύσει ο ίδιος ο Αλέξανδρος. Αυτή η αρπαγή είχε ξεκάθαρα πολιτικό λόγο, καθώς με το σώμα του Αλεξάνδρου στην κατοχή του, ο Πτολεμαίος ενίσχυε τη νομιμοποίησή του ως διάδοχος του βασιλιά. Ο τάφος του Αλεξάνδρου παρέμεινε ορατός στην Αλεξάνδρεια για αιώνες, ενώ τα όπλα του ίσως να έφτασαν τελικά στη Μακεδονία και να βρίσκονται σήμερα στον τάφο του πατέρα του, Φιλίππου, στη Βεργίνα.