Ο Νικόλαος Ντερτιλής, γιος του αντιστράτηγου Βασιλείου Ντερντιλή, γεννήθηκε το 1921. Η στρατιωτική του πορεία υπήρξε μακρά και πολυτάραχη. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, συνελήφθη από τους Γερμανούς και κρατήθηκε στο Χαϊδάρι, ενώ αργότερα συμμετείχε ως αξιωματικός σε πολλές μάχες του εμφυλίου πολέμου. Η υπηρεσία του συνεχίστηκε με τον ρόλο του εκπαιδευτή στη Σχολή Ευελπίδων και τη συμμετοχή του στον πόλεμο της Κορέας το 1950 με το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα. Το 1964, με τον βαθμό του ταγματάρχη, μεταβαίνει στην Κύπρο, όπου, υπό τον στρατηγό Γρίβα, ηγήθηκε επιχειρήσεων κατά των Τουρκοκυπρίων. Είναι χαρακτηριστικό ότι, όταν του ζητήθηκε από τον ασύρματο να θέσει όριο στη μεταχείριση των αμάχων, ο εκνευρισμένος Ντερτιλής πυροβόλησε τον ασύρματο.
Το 1966, ο Ντερτιλής μυήθηκε από τον Παπαδόπουλο στην ομάδα των αξιωματικών που προετοίμαζαν το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967, αποτελώντας ένα από τα ηγετικά του στελέχη. Στις πρώτες πρωινές ώρες της εκδήλωσης του πραξικοπήματος, ο ίδιος και οι άντρες του κατέλαβαν πολλές κρίσιμες υπηρεσίες για τη λειτουργία του κράτους. Ο ίδιος είχε δηλώσει σχετικά ότι τους έπιασε στον ύπνο «με πολύ λίγους αλλά αποφασισμένους άντρες και ένα σχέδιο που εφαρμόστηκε με αποφασιστικότητα». Η επιχείρηση ολοκληρώθηκε λίγο μετά τα μεσάνυχτα, επιβάλλοντας τη δικτατορία στην Ελλάδα για τα επόμενα επτά χρόνια.
Ο Ντερτιλής παρέμεινε στον στρατό φτάνοντας μέχρι τον βαθμό του ταξίαρχου και αργότερα, τον Νοέμβριο του 1973, πήρε μέρος στην καταστολή της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Με τη Μεταπολίτευση, υπήρξε ένας από τους κατηγορούμενους και τελικά καταδικάστηκε σε ισόβια δεσμά για τη δολοφονία του 20χρονου ηλεκτρολόγου Μιχάλη Μυρογιάννη, που συνέβη το μεσημέρι της 18ης Νοεμβρίου 1973. Η καταδίκη του στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στη μαρτυρία του στρατιώτη-οδηγού Αντώνη Αγριτέλη, ο οποίος περιέγραψε πως, μετά τον φόνο, ο Ντερτιλής μπήκε στο τζιπ και του είπε: «Με παραδέχεσαι ρε; 45 χρονών άνθρωπος και με την μία τον πέτυχα στο κεφάλι!».
Παρέμεινε έγκλειστος επί 38 χρόνια στις φυλακές Κορυδαλλού, αρνούμενος σταθερά να υπογράψει αίτημα αποφυλάκισης, ακόμη και όταν το δικαιούνταν από τον νόμο. Εξέφραζε την άποψη ότι η κυβέρνηση έπρεπε να κυρώσει τις δικαστικές της αποφάσεις και δήλωνε πως θα έβγαινε από τη φυλακή μόνο με τους δικούς του όρους, απαιτώντας να τον δικαιώσουν και να τον αποκαταστήσουν. Θεωρούσε τις κυβερνήσεις που σχηματίστηκαν μετά το 1974 παράνομες και σε ιδιόχειρη επιστολή του το 2012 ανέφερε ότι θα αποδεχόταν την αποφυλάκυσή του μόνο εφόσον η ελληνική πολιτεία του ζητούσε επισήμως συγγνώμη.
Ο Νικόλαος Ντερτιλής άφησε την τελευταία του πνοή στις 28 Ιανουαρίου 2013, σε ηλικία 92 ετών, στο νοσοκομείο «Ερυθρός Σταυρός», όπου είχε μεταφερθεί με οξύ ισχαιμικό επεισόδιο. Ο θάνατός του ήρθε λίγο μετά τον χαμό του γιου του, Βασίλη, ο οποίος πέθανε τον Δεκέμβριο του 2012. Πιστός στις αρχές του μέχρι τέλους, ο Ντερτιλής αρνήθηκε να υποβάλλει αίτημα στη διεύθυνση των φυλακών προκειμένου να παραστεί στην κηδεία του γιου του, παρά την εντολή του τότε υπουργού Δικαιοσύνης για τη διευκόλυνσή του.