Το 1947, ένας φρικτός και αινιγματικός φόνος στο κέντρο του Λος Άντζελες συγκλόνισε την Αμερική της μεταπολεμικής περιόδου. Στις 15 Ιανουαρίου, σε ένα εγκαταλελειμμένο οικόπεδο, βρέθηκε το πτώμα μιας νεαρής γυναίκας, κομμένο στα δύο στο ύψος της μέσης, εντελώς αποστραγγισμένο από αίμα και φρικτά ακρωτηριασμένο. Η γυναίκα αυτή θα γινόταν γνωστή ως η Ελίζαμπεθ Σορτ (Elizabeth Short), αλλά η ιστορία τη θυμάται με το ψευδώνυμο «Μαύρη Ντάλια» (Black Dahlia), ένας τίτλος συνώνυμος με άλυτα μυστήρια και σκοτεινά μυστικά. Παρά τη διεξοδική έρευνα της αστυνομίας και του FBI, η δολοφονία της παραμένει μία από τις πιο διαβόητες και μυστηριώδεις υποθέσεις στην αμερικανική ιστορία.
Η Ελίζαμπεθ Σορτ γεννήθηκε στη Βοστώνη και η ζωή της σημαδεύτηκε από την παιδική της ηλικία, όταν ο πατέρας της εξαφανίστηκε, θεωρούμενος νεκρός, για να επικοινωνήσει αργότερα, αποκαλύπτοντας ότι ζούσε στην Καλιφόρνια. Η Ελίζαμπεθ ταξίδεψε στην Καλιφόρνια για να μείνει μαζί του, αλλά σύντομα τον εγκατέλειψε μετά από έναν καβγά. Πέρασε τους τελευταίους μήνες της ζωής της κυρίως στο Λος Άντζελες, εργαζόμενη ως σερβιτόρα. Λίγες ημέρες πριν βρεθεί το πτώμα της, είχε ταξιδέψει στο Σαν Ντιέγκο με τον Ρόμπερτ Μάνλεϊ, έναν παντρεμένο πωλητή, ο οποίος δήλωσε ότι την άφησε στο ξενοδοχείο Biltmore, όπου υποτίθεται ότι θα συναντούσε την αδερφή της.
Το γυμνό και ακρωτηριασμένο σώμα της Ελίζαμπεθ Σορτ βρέθηκε κομμένο στα δύο, με το αίμα της στραγγισμένο και το σώμα πλυμένο σχολαστικά από τον δράστη, γεγονός που οδήγησε τους ερευνητές στο συμπέρασμα ότι ο δολοφόνος είχε ιατρικές γνώσεις ή εμπειρία. Το πιο ανατριχιαστικό χαρακτηριστικό της δολοφονίας ήταν η τομή στο πρόσωπό της, που εκτεινόταν από τις άκρες των χειλιών μέχρι τα αυτιά, δημιουργώντας το αποτρόπαιο «Χαμόγελο της Γλασκόβης». Επίσης, τα εντόσθιά της είχαν τοποθετηθεί με μεγάλη προσοχή κάτω από τα οπίσθιά της.
Λίγες ημέρες μετά την ανακάλυψη του πτώματος, στάλθηκε ένας ύποπτος φάκελος στις εφημερίδες του Λος Άντζελες. Ο φάκελος περιείχε ένα γράμμα με αποκόμματα εφημερίδων που έλεγε «Εδώ είναι τα υπάρχοντα της Ντάλιας», καθώς και το πιστοποιητικό γέννησης της Σορτ, επαγγελματικές κάρτες και το βιβλίο διευθύνσεών της. Το περιεχόμενο του φακέλου είχε καθαριστεί με βενζίνη, με τον ίδιο τρόπο που είχε καθαριστεί και το πτώμα της, επιβεβαιώνοντας στις αρχές ότι το γράμμα προερχόταν από τον δολοφόνο.
Λόγω της τεράστιας δημοσιότητας και της φρικιαστικής φύσης του εγκλήματος, οι ερευνητές βρέθηκαν υπό έντονη πίεση. Πάνω από 500 άτομα έχουν κατά καιρούς ισχυριστεί ότι διέπραξαν το έγκλημα, ενώ πολλοί ύποπτοι έχουν προταθεί με την πάροδο των ετών, όπως ο Ρόμπερτ Μάνλεϊ, ο τελευταίος που εθεάθη με την Ελίζαμπεθ, ο Νόρμαν Τσάντλερ, εκδότης εφημερίδας, και ο Δρ. Τζορτζ Χιλ Χόντελ Τζούνιορ, ένας Αμερικανός γιατρός με υψηλό δείκτη νοημοσύνης. Ο Χόντελ θεωρήθηκε βασικός ύποπτος το 1949, καθώς υπήρχαν μαρτυρίες για κρυφή σχέση με τη Σορτ και απομαγνητοφωνημένα αποτελέσματα παρακολούθησης που ήταν ιδιαίτερα επιβαρυντικά, αν και ποτέ δεν κατηγορήθηκε επίσημα.
Η ταυτότητα του δολοφόνου και το κίνητρο για το έγκλημα παραμένουν άγνωστα μέχρι σήμερα, παρά τις εκτενείς έρευνες. Η τεράστια αμφισημία που περιβάλλει την υπόθεση της Μαύρης Ντάλιας είναι ο λόγος για τον οποίο παραμένει τόσο δημοφιλής και εξακολουθεί να τροφοδοτεί σενάρια συνωμοσίας και εικασίες.