Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897, γνωστός και ως «μαύρο '97», αποτελεί μια από τις πιο διδακτικές αλλά και επώδυνες σελίδες της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Η σύγκρουση αυτή ήταν το αποτέλεσμα μιας σειράς γεωπολιτικών εντάσεων, με κύρια αφορμή τις επαναστάσεις στην Κρήτη κατά της οθωμανικής καταπίεσης. Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα είχε κερδίσει την ανεξαρτησία της δεκαετίες πριν, η πλειοψηφία των Ελλήνων ζούσε ακόμη εκτός των συνόρων, γεγονός που τροφοδοτούσε το όραμα της Μεγάλης Ιδέας. Η κατάσταση κλιμακώθηκε τον Ιανουάριο του 1897, όταν η βία στην Κρήτη οδήγησε την κυβέρνηση του Θεόδωρου Δηλιγιάννη να στείλει εκστρατευτικό σώμα στο νησί, προκαλώντας την αντίδραση της Υψηλής Πύλης.
Η προετοιμασία της Ελλάδας για μια τέτοια αναμέτρηση ήταν τραγικά ελλιπής. Ενώ ο λαός απαιτούσε πόλεμο μέσα από μαζικές διαδηλώσεις, ο στρατός ήταν ανοργάνωτος, με παλαιό οπλισμό και σοβαρά προβλήματα ανεφοδιασμού. Σε αντίθεση με τις ελληνικές δυνάμεις, ο οθωμανικός στρατός είχε εκπαιδευτεί για χρόνια από Γερμανούς αξιωματικούς και διέθετε σύγχρονο εξοπλισμό. Η εμπλοκή μυστικών οργανώσεων, όπως η Εθνική Εταιρεία, η οποία έστειλε αντάρτικα σώματα στη Μακεδονία, έδωσε την τελική αφορμή στον Σουλτάνο Αμπντούλ Χαμίτ να κηρύξει τον πόλεμο, έχοντας την πλήρη στρατιωτική και οικονομική στήριξη της Γερμανίας.
Οι πολεμικές επιχειρήσεις διεξήχθησαν σε δύο κύρια μέτωπα, της Θεσσαλίας και της Ηπείρου, με τις οθωμανικές δυνάμεις να διατηρούν αριθμητική υπεροχή σχεδόν 2 προς 1. Η «μάχη των συνόρων» κρίθηκε γρήγορα, καθώς ο αιφνιδιασμός των Οθωμανών στο πέρασμα της Μελούνας και η κακή επικοινωνία της ελληνικής ηγεσίας οδήγησαν σε άτακτη υποχώρηση προς τη Λάρισα. Ο διάδοχος Κωνσταντίνος βρέθηκε στο επίκεντρο της κριτικής για τις αποφάσεις του, ενώ φωτεινή εξαίρεση αποτέλεσε ο συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Σμολένσκης, ο οποίος πέτυχε μια σημαντική αμυντική νίκη στο Βελεστίνο, αν και αυτή δεν στάθηκε ικανή να ανατρέψει τη γενική εικόνα της κατάρρευσης.
Η τελική φάση του πολέμου παίχτηκε στον Δομοκό, όπου παρά το ευνοϊκό έδαφος, η έλλειψη συντονισμού και η ανικανότητα ορισμένων αξιωματικών οδήγησαν σε νέα υποχώρηση προς τη Λαμία. Μετά από μόλις έναν μήνα εχθροπραξιών, η Ελλάδα αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει κάτω από διεθνή πίεση. Η συνθήκη ειρήνης που ακολούθησε ήταν ταπεινωτική: η Ελλάδα υποχρεώθηκε να πληρώσει υπέρογκες πολεμικές αποζημιώσεις και να δεχθεί τον Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο, μια κατάσταση που επηρέασε την εθνική οικονομία για δεκαετίες.
Παρά την οδυνηρή ήττα, ο πόλεμος του 1897 λειτούργησε ως αφύπνιση για το ελληνικό κράτος. Οι αδυναμίες που αποκαλύφθηκαν οδήγησαν στην αναδιοργάνωση του στρατεύματος και στην προετοιμασία που θα απέδιδε καρπούς λίγα χρόνια αργότερα, κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Μέσα από τις στάχτες αυτού του πολέμου αναδείχθηκαν προσωπικότητες όπως ο Ελευθέριος Βενιζέλος, που θα πρωταγωνιστούσαν στις επόμενες μεγάλες στιγμές του ελληνισμού, αποδεικνύοντας ότι ακόμη και οι πιο σκοτεινές ήττες μπορούν να αποτελέσουν τον πρόλογο για μελλοντικές νίκες.