Στις 22 Ιουλίου 2011, η Νορβηγία, μια χώρα γνωστή για το υψηλό βιοτικό της επίπεδο και τα εξαιρετικά χαμηλά ποσοστά εγκληματικότητας, βίωσε την πιο πολύνεκρη επίθεση στην ιστορία της. Η ημέρα ξεκίνησε σαν μια συνηθισμένη καλοκαιρινή Παρασκευή στο Όσλο, με τους περισσότερους πολίτες να βρίσκονται σε διακοπές. Ωστόσο, στις 3:26 μ.μ., μια ισχυρή έκρηξη συγκλόνισε το κέντρο της πρωτεύουσας, έξω από το κυβερνητικό συγκρότημα. Ένα λευκό φορτηγό, παγιδευμένο με σχεδόν έναν τόνο εκρηκτικών με βάση το λίπασμα, προκάλεσε τον θάνατο οκτώ ανθρώπων και τον τραυματισμό δεκάδων άλλων, μετατρέποντας την ειρηνική πόλη σε εμπόλεμη ζώνη γεμάτη συντρίμμια και σκόνη.
Ενώ οι αρχές προσπαθούσαν να διαχειριστούν το χάος στο Όσλο, ο δράστης, ο 32χρονος Άντερς Μπέρινγκ Μπρέιβικ, είχε ήδη θέσει σε εφαρμογή το δεύτερο και πιο φρικιαστικό μέρος του σχεδίου του. Μεταμφιεσμένος σε αστυνομικό και οπλισμένος, κατευθύνθηκε στο νησί Ουτόγια, όπου πραγματοποιούνταν η ετήσια καλοκαιρινή κατασκήνωση της νεολαίας του Εργατικού Κόμματος. Με το πρόσχημα της διενέργειας ελέγχου ασφαλείας μετά την έκρηξη στο Όσλο, έπεισε τους υπεύθυνους να τον μεταφέρουν στο νησί. Εκεί, για περισσότερο από μία ώρα, εξαπέλυσε μια συστηματική και εν ψυχρώ επίθεση εναντίον ανυπεράσπιστων εφήβων, αφαιρώντας τη ζωή σε 69 ανθρώπους. Οι επιζώντες περιγράφουν σκηνές απόλυτου τρόμου, με παιδιά να κρύβονται στα δάση ή να προσπαθούν να σωθούν κολυμπώντας στα παγωμένα νερά της λίμνης.
Η ψυχολογική ανάλυση του Μπρέιβικ αποκαλύπτει μια προσωπικότητα με βαθιές διαταραχές, που ξεκίνησαν από την παιδική του ηλικία. Αν και είχε τεθεί υπό παρακολούθηση από ψυχιάτρους ήδη από την ηλικία των τριών ετών λόγω οικογενειακών προβλημάτων, το σύστημα δεν κατάφερε να αποτρέψει τη ριζοσπαστικοποίησή του. Τα χρόνια πριν από την επίθεση, ο Μπρέιβικ είχε απομονωθεί, βυθισμένος στον κόσμο των διαδικτυακών παιχνιδιών και των εξτρεμιστικών ιδεολογιών κατά του Ισλάμ και του πολυπολιτισμισμού. Συνέταξε ένα μανιφέστο 1.500 σελίδων, το οποίο δημοσίευσε λίγο πριν τις επιθέσεις, προσπαθώντας να δικαιολογήσει τις πράξεις του ως μια πολιτική ενέργεια για τη "διάσωση" της Ευρώπης.
Μετά τη σύλληψή του, ο Μπρέιβικ χρησιμοποίησε τη δίκη του ως πλατφόρμα για να προβάλει τις ακραίες απόψεις του, δείχνοντας πλήρη έλλειψη μεταμέλειας. Καταδικάστηκε σε 21 χρόνια κάθειρξη, τη μέγιστη δυνατή ποινή βάσει του νορβηγικού δικαίου, με δυνατότητα παράτασης. Η τραγωδία της 22ας Ιουλίου άλλαξε για πάντα τη Νορβηγία, αφαιρώντας την αίσθηση της απόλυτης ασφάλειας, αλλά ταυτόχρονα ανέδειξε τη δύναμη της νορβηγικής κοινωνίας να παραμείνει ενωμένη απέναντι στο μίσος. Οι επιζώντες και οι οικογένειες των θυμάτων συνεχίζουν να παλεύουν με το τραύμα, ενώ το νησί Ουτόγια παραμένει ένας τόπος μνήμης και αναστοχασμού για τις συνέπειες του φανατισμού.