Η υπόθεση της Ελευθερίας Αγραφιώτου αποτελεί ένα από τα πιο σκοτεινά και αινιγματικά κεφάλαια στο αστυνομικό χρονικό της σύγχρονης Ελλάδας, καθώς μια στυγερή δολοφονία παραμένει ανεξιχνίαστη επί χρόνια. Η 69χρονη συνταξιούχος διευθύντρια, μια γυναίκα καλλιεργημένη, δυναμική και ιδιαίτερα αφοσιωμένη στη φροντίδα της ηλικιωμένης μητέρας της, εξαφανίστηκε το πρωινό της 21ης Απριλίου 2016. Είχε φύγει από το σπίτι της στο Νέο Ηράκλειο για να κάνει μερικά ψώνια, όμως δεν επέστρεψε ποτέ, προκαλώντας την άμεση κινητοποίηση της οικογένειάς της.
Η αποκάλυψη της τραγικής της κατάληξης ήρθε σε δόσεις, εντείνοντας το μυστήριο και τις επικρίσεις για τους χειρισμούς των αρχών. Στις 14 Μαΐου, το αυτοκίνητό της βρέθηκε επιμελώς παρκαρισμένο και κλειδωμένο στο δεύτερο υπόγειο πάρκινγκ ενός σούπερ μάρκετ, περιέχοντας προσωπικά της αντικείμενα αλλά κανένα ίχνος της ίδιας. Χρειάστηκε να περάσει άλλη μία εβδομάδα μέχρι οι υπάλληλοι του καταστήματος, ακολουθώντας την έντονη δυσοσμία, να εντοπίσουν τη σορό της στο τρίτο υπόγειο του κτιρίου, έναν χώρο σκοτεινό και εγκαταλελειμμένο που δεν ανήκε στην επιχείρηση. Η Ελευθερία είχε δολοφονηθεί πιθανότατα την ημέρα της εξαφάνισής της, φέροντας βαρύτατα τραύματα στο κεφάλι και τον θώρακα.
Τα στοιχεία που προέκυψαν από την ιατροδικαστική εξέταση και την αυτοψία του χώρου έδειξαν μια αποτρόπαια επίθεση με σεξουαλικό κίνητρο. Το θύμα βρέθηκε γυμνό από τη μέση και κάτω, ενώ η τσάντα της με τα χρήματα και το κινητό της τηλέφωνο παρέμειναν άθικτα δίπλα της, αποκλείοντας τη ληστεία ως κίνητρο. Ο δράστης φαίνεται πως είχε στήσει καρτέρι στο δεύτερο υπόγειο, χτύπησε την άτυχη γυναίκα με αμβλύ όργανο και στη συνέχεια την έσυρε ή την πέταξε από τις σκάλες στο τρίτο υπόγειο, όπου και ολοκλήρωσε το αποτρόπαιο έργο του ενώ εκείνη ψυχορραγούσε.
Η έρευνα της αστυνομίας στράφηκε προς πολλές κατευθύνσεις, εξετάζοντας άτομα από το περιβάλλον της, οικονομικές εκκρεμότητες από το παρελθόν της, ακόμη και τη σύνδεση με άλλους εγκληματίες που δρούσαν στην περιοχή, όπως ο επονομαζόμενος «δράκος του Αμαρουσίου». Ωστόσο, καμία από αυτές τις διαδρομές δεν οδήγησε στον ένοχο. Οι μαρτυρίες για ύποπτα άτομα στον χώρο του πάρκινγκ και οι αναφορές για παρόμοιες επιθέσεις σε άλλες γυναίκες παρέμειναν αξιοποιήσιμες αλλά χωρίς τελικό αποτέλεσμα, ενισχύοντας την πεποίθηση ότι το θύμα ήταν μια τυχαία επιλογή ενός δράστη που γνώριζε πολύ καλά τη διαρρύθμιση του κτιρίου.
Παρά το γεγονός ότι έχουν περάσει χρόνια, η ελπίδα για τη δικαίωση της Ελευθερίας Αγραφιώτου δεν έχει σβήσει εντελώς. Οι αρχές διαθέτουν «ορφανά» αποτυπώματα και δείγμα DNA που εντοπίστηκαν στον τόπο του εγκλήματος, στοιχεία που θα μπορούσαν στο μέλλον να ταυτοποιηθούν και να οδηγήσουν στον εντοπισμό του δολοφόνου. Μέχρι τότε, η σιωπή των υπογείων του πάρκινγκ συνεχίζει να στοιχειώνει τη μνήμη της και να υπενθυμίζει ότι ένας επικίνδυνος εγκληματίας παραμένει ελεύθερος.