Η εικόνα του Ανδρέα Παπανδρέου να χορεύει ζεϊμπέκικο είναι πλέον ταυτισμένη με τη νεότερη πολιτική ιστορία της Ελλάδας, αποτελώντας μια μυσταγωγική έκφραση της προσωπικότητας ενός ηγέτη που σημάδεψε τη Μεταπολίτευση. Ωστόσο, λίγοι γνωρίζουν ότι πίσω από τις στροφές ενός χορού, ένα βράδυ του Νοεμβρίου του 1974, κρυβόταν μια απόφαση ζωής. Εκείνο το βράδυ, ο Παπανδρέου δεν σηκώθηκε απλώς για να τιμήσει τις πενιές του Βασίλη Τσιτσάνη· σηκώθηκε για να αποτινάξει την απογοήτευση μιας εκλογικής ήττας και να χαράξει τον δρόμο προς την εξουσία.
Όλα ξεκίνησαν αμέσως μετά τις πρώτες εκλογές μετά την πτώση της Χούντας. Παρά την εμβληματική κληρονομιά του ονόματός του, το νεοσύστατο ΠΑΣΟΚ είχε καταλάβει την τρίτη θέση με ποσοστό 13,58%, μένοντας πίσω από την Ένωση Κέντρου του Γεωργίου Μαύρου. Ο Ανδρέας Παπανδρέου, που ήλπιζε να αναδειχθεί σε ηγέτη της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ένιωθε καταρρακωμένος. Σύμφωνα με τη διήγηση του Μίμη Ανδρουλάκη στο βιβλίο του «Κάτω από τις στάχτες», ο Ανδρέας βρισκόταν σε κατάσταση βαθιάς απογοήτευσης, έχοντας πάρει την οριστική απόφαση να εγκαταλείψει την πολιτική και να επιστρέψει στην ακαδημαϊκή του καριέρα στον Καναδά.
Το «Στημένο» Σκηνικό και η Παρέμβαση του Τσιτσάνη
Εκείνη τη μοιραία νύχτα, ο Παπανδρέου κατέληξε στο ιστορικό κέντρο «Χάραμα», όπου μεσουρανούσε ο Βασίλης Τσιτσάνης. Οι στενοί του συνεργάτες, αντιλαμβανόμενοι τον κίνδυνο να χάσουν τον ηγέτη τους, φαίνεται πως είχαν οργανώσει μια ιδιότυπη «επιχείρηση ψυχολογικής ανάτασης». Φρόντισαν το μαγαζί να γεμίσει με στελέχη και ψηφοφόρους του Κινήματος, δημιουργώντας ένα κλίμα ζεστασιάς και αποδοχής. Κάποιος, μάλιστα, ψιθύρισε στον Τσιτσάνη ότι ο «Μεγάλος» είναι σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση και χρειάζεται ένα δυνατό κίνητρο για να ανέβει.
Ο Τσιτσάνης, αντιλαμβανόμενος το βάρος της στιγμής, άρχισε να παίζει τις πρώτες νότες από το εμβληματικό τραγούδι «Της γερακίνας γιος». Αφιερώνοντας το κομμάτι στον αρχηγό του ΠΑΣΟΚ, τον κάλεσε ουσιαστικά στην πίστα. Όταν ο Ανδρέας Παπανδρέου άνοιξε τα χέρια και άρχισε να χορεύει, τραγουδώντας τον στίχο «μα εγώ δεν ζω γονατιστός», το μαγαζί κυριολεκτικά παραλήρησε. Η αποθέωση που γνώρισε από τον κόσμο και η υπόκλιση του ίδιου του Τσιτσάνη λειτούργησαν ως το απόλυτο restart. Επιστρέφοντας στο τραπέζι του, η απόφαση είχε αλλάξει: «Θα μείνω, θα παλέψω, θα κερδίσω. Είμαι της γερακίνας γιος», φέρεται να είπε στους συνεργάτες του.
Από το «Αμερικανάκι» στο Λαϊκό Προφίλ
Η ικανότητα του Ανδρέα Παπανδρέου να επικοινωνεί με τα λαϊκά στρώματα μέσω του ζεϊμπέκικου δεν ήταν τυχαία. Ένας ενδιαφέρων αστικός μύθος αναφέρει ότι ο ηγέτης του ΠΑΣΟΚ είχε διδαχθεί τα βασικά του χορού κατά την παραμονή του στον Καναδά. Οι σύμβουλοί του τον είχαν προειδοποιήσει ότι για να επιτύχει στην ελληνική πολιτική σκηνή και να αποβάλει τη ρετσινιά του «αμερικανοθρεμμένου», έπρεπε να χτίσει ένα προφίλ που να συνδέεται με τη λαϊκή παράδοση και τη λεβεντιά.
Ένας δαιμόνιος Έλληνας της διασποράς ανέλαβε να του μάθει τα μυστικά του ζεϊμπέκικου, βοηθώντας τον να μεταμορφωθεί στον ηγέτη που θα γινόταν αργότερα σύμβολο για εκατομμύρια Έλληνες. Εκείνη η νύχτα στο «Χάραμα» δεν ήταν απλώς μια έξοδος για διασκέδαση, αλλά η στιγμή που γεννήθηκε η «Αλλαγή». Ο Ανδρέας Παπανδρέου άφησε την καρέκλα του ως ένας αμφισβητούμενος πολιτικός αρχηγός και την ξαναπήρε ως ο μελλοντικός πρωθυπουργός της χώρας, αποδεικνύοντας ότι στην Ελλάδα, η πολιτική και το συναίσθημα ακολουθούν συχνά τους δικούς τους, απρόβλεπτους ρυθμούς.