Η ποιητική συλλογή "Όταν οι εικόνες μιλούν" της Ελευθερίας Αποστολίδου αποτελεί μια κατάθεση βαθιά βιωματική, όπου η εικόνα μετατρέπεται σε φορέα μνήμης, συναισθήματος και στοχασμού. Οι εικόνες δεν λειτουργούν ως απλές περιγραφές· «μιλούν», αποκαλύπτοντας όσα η γλώσσα συχνά δυσκολεύεται να εκφράσει άμεσα.
Στο ποίημα «Η θάλασσα», ένα από τα πιο χαρακτηριστικά της συλλογής, η φύση γίνεται καθρέφτης της ψυχικής εμπειρίας. Η θάλασσα δεν εξιδανικεύεται, αλλά παρουσιάζεται αντιφατική, όπως και ο έρωτας, όπως και η μνήμη:
«Φουρτουνιασμένη, ζοφερή και άγρια.
Άδειος επιστρέφω πια σαν ένα κοχύλι
που ψάχνει ένα άλλο να κουμπώσει.»
Η εικόνα του κοχυλιού αποτυπώνει με απλότητα και δύναμη τη μοναξιά, ενώ η καταληκτική εξομολόγηση —
«Δεν τη μισώ τη θάλασσα όσο κι αν μου θυμίζει εσένα» —
δείχνει τη συμφιλίωση με το τραύμα, όχι την άρνησή του.
Αντίστοιχα, στην «Ομπρέλα», ένα καθημερινό αντικείμενο μετατρέπεται σε ηθικό και συναισθηματικό σύμβολο. Η ποιήτρια παρατηρεί με νηφαλιότητα τις ανθρώπινες σχέσεις τη στιγμή της δοκιμασίας:
«Πριν το καταλάβεις η βροχή έγινε καταιγίδα.
Κι αυτή τη φορά νιώθεις πιο έτοιμη από ποτέ
να βρεις για να συνειδητοποιήσεις
ποιοι είναι διατεθειμένοι να μοιραστούν
την ομπρέλα τους μαζί σου.»
Η γλώσσα εδώ παραμένει απλή, σχεδόν πεζολογική, όμως η συναισθηματική της φόρτιση προκύπτει ακριβώς από αυτή τη λιτότητα. Η ποίηση της Αποστολίδου δεν κραυγάζει· υπαινίσσεται.
Στο ποίημα «Ελλάδα», το προσωπικό βίωμα συναντά το συλλογικό τραύμα. Η πατρίδα παρουσιάζεται πληγωμένη αλλά ανθεκτική, εγκλωβισμένη αλλά προσδοκώμενη:
«Ελλάδα πληγωμένη και παραξηγημένη.
Πολλοί σε λαχταρούν μα αυτοί που σε έχουν σε μισούν
ζηλεύουν, κάπου, το μπλε που απλώνεται μπροστά.»
Η αναφορά στην ξενιτιά κορυφώνεται με έναν τόνο τρυφερό και ελπιδοφόρο, που αφορά όχι μόνο τον τόπο, αλλά και τους ανθρώπους του:
«Κι εσύ Ελλάδα μου γλυκιά περιμένεις, πάντα, ευλαβικά,
σαν Πηνελόπη μοναχιά, τα παιδιά σου
να γυρίσουν στην Ιθάκη τους ξανά.»
Στο «Ταξίδευε», η εικόνα λειτουργεί ως αντίδοτο στη φθορά της καθημερινότητας. Το ταξίδι δεν είναι πολυτέλεια, αλλά ανάγκη ψυχική:
«Να γεμίζεις την ψυχή σου με εικόνες τόσες πολλές,
που θα αρκούν να καλύψουν πολλές μέρες ρουτίνας.»
Ενώ στη «Δύναμη του χρόνου», ο χρόνος παρουσιάζεται όχι ως εχθρός, αλλά ως σοφός συνοδοιπόρος:
«Με το χρόνο θα φροντίσεις από μόνη σου.
Γιατί αυτός ήξερε πώς έπρεπε να σου φερθεί.»
Συνολικά, η συλλογή "Όταν οι εικόνες μιλούν" συγκροτεί μια ενιαία ποιητική πρόταση, στην οποία η εικόνα γίνεται γλώσσα και η γλώσσα πράξη εσωτερικής κατανόησης. Η Ελευθερία Αποστολίδου αρθρώνει μια φωνή ήσυχη, τρυφερή και ουσιαστική, που συνομιλεί άμεσα με τον αναγνώστη και τον καλεί όχι απλώς να διαβάσει, αλλά να αναγνωρίσει τον εαυτό του μέσα στις λέξεις.
Πρόκειται για μια ποίηση χαμηλών τόνων και μεγάλης συναισθηματικής ακρίβειας — μια ποίηση που δεν επιδιώκει την επιτήδευση, αλλά την άμεση συνδιαλλαγή.