Η ιστορία του Φριτς Χάρμαν, γνωστού ως ο «Βρυκόλακας του Ανόβερου», αποτελεί μία από τις πιο ανατριχιαστικές σελίδες στην εγκληματολογική ιστορία της Γερμανίας των αρχών του 20ού αιώνα. Όλα ξεκίνησαν το 1918, σε μια περίοδο που η χώρα ήταν εξαντλημένη από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και το Ανόβερο είχε γεμίσει με νεαρούς πρόσφυγες και φυγάδες που αναζητούσαν εργασία και τροφή. Ο Χάρμαν, ένας άνδρας με βεβαρυμμένο παρελθόν και ιστορικό ψυχικών διαταραχών, εκμεταλλεύτηκε το χάος της εποχής και την ιδιότητά του ως άτυπος πληροφοριοδότης της αστυνομίας για να πλησιάζει ανυποψίαστα θύματα στον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης.
Η μέθοδος που χρησιμοποιούσε ο Χάρμαν ήταν εξαιρετικά πανούργα και τρομακτική. Παρουσιαζόταν ως άνθρωπος της εξουσίας, προσφέροντας φαγητό ή στέγη σε νεαρά αγόρια που φαίνονταν χαμένα. Μόλις τα θύματα έμπαιναν στο διαμέρισμά του, η φιλόξενη εικόνα έδινε τη θέση της σε μια εφιαλτική πραγματικότητα. Ο Χάρμαν επιτιθέταν στα θύματά του δαγκώνοντας το λαιμό τους, μια πρακτική που του χάρισε το προσωνύμιο του βρυκόλακα. Μετά τον θάνατό τους, διαμέλιζε τα σώματα και τα πετούσε στον ποταμό Λάινε, ενώ φήμες της εποχής, που δεν επιβεβαιώθηκαν ποτέ πλήρως, τον ήθελαν να πουλάει μέρη των θυμάτων του ως κρέας στη μαύρη αγορά.
Η δράση του συνεχίστηκε για έξι ολόκληρα χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων δεκάδες νέοι εξαφανίστηκαν. Η αποκάλυψη ήρθε την άνοιξη του 1924, όταν παιδιά που έπαιζαν κοντά στον ποταμό βρήκαν ανθρώπινα κρανία. Οι έρευνες που ακολούθησαν έφεραν στο φως εκατοντάδες οστά, οδηγώντας την αστυνομία στον Χάρμαν. Παρά το γεγονός ότι στο παρελθόν είχε ανακριθεί και το σπίτι του είχε ερευνηθεί πρόχειρα χωρίς αποτέλεσμα, αυτή τη φορά οι αρχές, υπό την πίεση της κοινής γνώμης, πραγματοποίησαν εξονυχιστική έρευνα και βρήκαν ακράδαντα στοιχεία, όπως ματωμένα ρούχα και προσωπικά αντικείμενα των αγνοουμένων.
Στη δίκη που ακολούθησε και καθήλωσε όλη τη Γερμανία, ο Χάρμαν ομολόγησε τη δολοφονία δεκάδων νέων, αν και ο ακριβής αριθμός παρέμεινε ασαφής καθώς ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι έχασε τον λογαριασμό. Καταδικάστηκε σε θάνατο για 24 δολοφονίες και εκτελέστηκε με γκιλοτίνα τον Απρίλιο του 1925. Μαζί του δικάστηκε και ο σύντροφός του, Χανς Γκρανς, ο οποίος αν και αρχικά καταδικάστηκε σε θάνατο για υποκίνηση, η ποινή του αργότερα μετατράπηκε σε φυλάκιση. Η υπόθεση αυτή άφησε ένα ανεξίτηλο στίγμα στην πόλη του Ανόβερου, αναδεικνύοντας τις αδυναμίες του τότε αστυνομικού συστήματος και τη φρίκη που μπορεί να κρύβεται πίσω από ένα πρόσωπο υπεράνω πάσης υποψίας.