Η ιστορία ξεκινά στις 14 Αυγούστου 1989, σε μια απομακρυσμένη γωνιά της σιβηρικής τάιγκα, στο χωριό Καζινέτ. Μια εμπορική αμαξοστοιχία που περνούσε από την περιοχή μέσα στη νύχτα βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα αποτρόπαιο θέαμα πάνω στις ράγες. Οι μηχανοδηγοί, παρά την προσπάθεια ακαριαίου φρεναρίσματος, δεν κατάφεραν να αποφύγουν τη σύγκρουση με επτά νεαρά αγόρια που βρίσκονταν ξαπλωμένα στις γραμμές. Η αρχική εκτίμηση των αρχών έκανε λόγο για ένα τραγικό ατύχημα, υποστηρίζοντας ότι οι έφηβοι, κουρασμένοι από την εκδρομή τους στο δάσος, αποκοιμήθηκαν πάνω στις ράγες. Ωστόσο, η διάταξη των σωμάτων και το γεγονός ότι οι σάκοι τους ήταν τοποθετημένοι σε μια σειρά λίγο πιο πέρα, δημιούργησαν αμέσως υποψίες για κάτι πολύ πιο σκοτεινό.
Οι γονείς των θυμάτων αρνήθηκαν να δεχτούν την επίσημη εκδοχή και ξεκίνησαν έναν μακροχρόνιο αγώνα για την αποκάλυψη της αλήθειας. Μετά από δύο χρόνια επίμονων πιέσεων και μια επιστολή προς τον Μπορίς Γέλτσιν, η υπόθεση άνοιξε ξανά το 1991. Η νέα έρευνα αποκάλυψε συγκλονιστικά στοιχεία: η εκταφή των σωμάτων έδειξε ότι τα αγόρια είχαν υποστεί άγριο ξυλοδαρμό με βαριά αντικείμενα πριν τοποθετηθούν στις ράγες. Οι τραυματισμοί στο κρανίο και στον θώρακα δεν αντιστοιχούσαν σε ατύχημα με τρένο, αλλά σε μια μεθοδευμένη επίθεση. Η έρευνα οδήγησε σε μια ομάδα ντόπιων, ανάμεσα στους οποίους βρισκόταν και ένας αξιωματικός της αστυνομίας, οι οποίοι εκείνο το βράδυ κατανάλωναν αλκοόλ και επιτέθηκαν στα παιδιά μετά από μια λεκτική αντιπαράθεση.
Η δικαστική εξέλιξη της υπόθεσης ήταν εξίσου ταραχώδης. Αν και οι ένοχοι καταδικάστηκαν αρχικά σε θάνατο το 1995, οι ποινές τους ακυρώθηκαν λόγω της πολιτικής μετάβασης της Ρωσίας και της κατάργησης της θανατικής ποινής για την ένταξη στο Συμβούλιο της Ευρώπης. Οι δράστες αφέθηκαν ελεύθεροι, προκαλώντας κύμα οργής, ενώ ακολούθησαν περίεργοι θάνατοι μαρτύρων και συγγενών που συνδέονταν με την υπόθεση. Παρά το χάος της εποχής, οι οικογένειες δεν σταμάτησαν να παλεύουν και τελικά το 2001 πέτυχαν μια νέα καταδίκη των κύριων υπευθύνων, αν και οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν θεωρήθηκαν από πολλούς δυσανάλογα μικρές για το μέγεθος του εγκλήματος.
Η υπόθεση του Καζινέτ παραμένει μέχρι σήμερα ένα σύμβολο της αποτυχίας του δικαστικού συστήματος και της διαφθοράς, αλλά και της ακατάβλητης δύναμης των γονιών που αρνήθηκαν να αφήσουν το έγκλημα να ξεχαστεί. Το χωριό Καζινέτ δεν ανέκαμψε ποτέ από αυτό το στίγμα, και η σιωπή των ντόπιων για χρόνια θεωρήθηκε συνενοχή. Η τραγωδία αυτή υπενθυμίζει με τον πιο σκληρό τρόπο τι μπορεί να συμβεί όταν η εξουσία πιστεύει ότι είναι υπεράνω του νόμου και πώς η επιμονή για δικαιοσύνη μπορεί, έστω και μετά από χρόνια, να φέρει την αλήθεια στο φως.