Η ιστορία της 42χρονης Βαλεντίνας Λιούμπα, που συγκλόνισε την Ελλάδα το 1998, αποτελεί μια από τις πιο θλιβερές περιπτώσεις οικογενειακής τραγωδίας. Η Βαλεντίνα, χημικός μηχανικός από την Τασκένδη, είχε έρθει στην Αθήνα αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον για τα παιδιά της. Παρά τις σπουδές της, η δυσκολία της γλώσσας και οι χαμηλοί μισθοί την ανάγκασαν να εργαστεί ως μοδίστρα για να επιβιώσει. Η ζωή της σημαδεύτηκε από έναν διαλυμένο γάμο και μια νέα σχέση με τον Αλέξανδρο, η οποία επίσης κατέληξε σε χωρισμό λόγω διαφορετικών νοοτροπιών και οικονομικών προβλημάτων. Η ψυχολογική της κατάσταση επιβαρύνθηκε δραματικά από την ανέχεια και τις συνεχείς συγκρούσεις με την έφηβη κόρη της, τη 15χρονη Λιούμπα, η οποία αντιδρούσε έντονα στα οικογενειακά προβλήματα.
Η 15χρονη Λιούμπα ήταν ένα ζωντανό κορίτσι που ονειρευόταν το μέλλον, όμως η σχέση με τη μητέρα της είχε φτάσει σε τέλμα. Το βράδυ της 13ης Δεκεμβρίου 1998, μετά από έναν ακόμη έντονο καυγά για τις αργοπορημένες επιστροφές του κοριτσιού στο σπίτι, η Βαλεντίνα ένιωσε απόγνωση. Στο ταραγμένο της μυαλό, ο θάνατος φάνταζε ως η μόνη λύτρωση από έναν κόσμο που θεωρούσε σκληρό και αδιέξοδο. Πιστεύοντας ότι τα παιδιά της δεν θα μπορούσαν να επιβιώσουν μόνα τους αν εκείνη αυτοκτονούσε, πήρε την τρομερή απόφαση να τα πάρει μαζί της. Στραγγάλισε την κόρη της με ένα μαντήλι ενώ εκείνη κοιμόταν και στη συνέχεια επιτέθηκε στον γιο της, τον Σεργκέι, ο οποίος όμως κατάφερε να αμυνθεί και να γλιτώσει.
Το επόμενο πρωί, η Βαλεντίνα τηλεφώνησε στον πρώην σύζυγό της και ομολόγησε την πράξη της, λέγοντας του πού θα έβρισκε το σώμα της κόρης τους, πριν εξαφανιστεί με σκοπό να αυτοκτονήσει. Τελικά, αφού περιπλανήθηκε, παρουσιάστηκε μόνη της στην αστυνομία. Η εικόνα της στα δικαστήρια ήταν αυτή μιας γυναίκας χαμένης στον δικό της κόσμο, ενός ανθρώπου που έπασχε από βαριά ψυχωσική κατάθλιψη. Παρά το στυγερό έγκλημα, ο γιος της και ο πρώην σύζυγός της στάθηκαν δίπλα της, αναγνωρίζοντας ότι η πράξη της ήταν αποτέλεσμα μιας άρρωστης ψυχής που μπέρδεψε την αγάπη με την απώλεια.
Η δικαιοσύνη έκρινε τη Βαλεντίνα ένοχη, αναγνωρίζοντας της όμως το ελαφρυντικό του μειωμένου καταλογισμού λόγω των σοβαρών ψυχικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε. Πρωτοδίκως της επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης 14 ετών, η οποία μειώθηκε σε 11 έτη στο Εφετείο. Η υπόθεση αυτή παραμένει ένα οδυνηρό μάθημα για το πώς η κοινωνική απομόνωση, η φτώχεια και η αβοήθητη ψυχική ασθένεια μπορούν να οδηγήσουν έναν άνθρωπο στην ολοκληρωτική καταστροφή, μετατρέποντας το μητρικό ένστικτο σε όργανο θανάτου. Η τραγωδία της οικογένειας Λιούμπα υπενθυμίζει την ανάγκη για ουσιαστική στήριξη των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων πριν η απόγνωση γίνει μοιραία.