Η γενοκτονία των Ασσυρίων, γνωστή και ως «Σάιφο» (το Ξίφος), αποτελεί ένα από τα πιο σκοτεινά και λιγότερο γνωστά κεφάλαια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Παράλληλα με τις γενοκτονίες των Αρμενίων και των Ελλήνων, η Οθωμανική Αυτοκρατορία εξαπέλυσε μια συστηματική εκστρατεία εξόντωσης των Ασσυρίων χριστιανών, οδηγώντας στο θάνατο εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους. Η τραγωδία αυτή, που εκτυλίχθηκε μεταξύ 1914 και 1918, είχε ως στόχο την εθνοτική εκκαθάριση της ανατολικής Ανατολίας και τη δημιουργία ενός αμιγώς τουρκικού κράτους, απαλλαγμένου από χριστιανικές μειονότητες που θεωρούνταν απειλή για την ασφάλεια της αυτοκρατορίας.
Οι Ασσύριοι, μια αρχαία εθνοτική ομάδα με κοινή γλώσσα τα αραμαϊκά και βαθιά χριστιανική πίστη, βρέθηκαν στο στόχαστρο των οθωμανικών αρχών και των κουρδικών φυλών. Η βία ξεκίνησε με μαζικές απελάσεις και πορείες θανάτου σε αφιλόξενα εδάφη, όπου χιλιάδες έχασαν τη ζωή τους από την πείνα, τη δίψα και τις κακουχίες. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του κυβερνήτη Μεχμέτ Ρεσίντ στο Ντιγιαρμπακίρ, ο οποίος εφάρμοσε με ιδιαίτερη αγριότητα τις εντολές εξόντωσης, οργανώνοντας αποσπάσματα θανάτου και παραπλανώντας τους κρατούμενους με υποσχέσεις για ασφαλή μετακίνηση, μόνο και μόνο για να τους δολοφονήσει στη συνέχεια.
Παρά τη συντριπτική υπεροχή των οθωμανικών δυνάμεων, οι Ασσύριοι επέδειξαν αξιοσημείωτη αντίσταση σε πολλές περιοχές. Στα βουνά του Χακάρι, ο Πατριάρχης Μαρ Σιμούν ηγήθηκε χιλιάδων ανθρώπων που πήραν τα όπλα για να υπερασπιστούν τις εστίες τους, ενώ πόλεις όπως το Αζάκ και το Αϊνβάρντο κατάφεραν να αποκρούσουν πολιορκίες μηνών, αναγκάζοντας τους Οθωμανούς σε υποχώρηση. Αυτές οι πράξεις αυτοάμυνας διέσωσαν χιλιάδες ζωές, αν και το κόστος σε ανθρώπινες απώλειες παρέμεινε τρομακτικό, με τις εκτιμήσεις να κάνουν λόγο για έως και 250.000 έως 300.000 νεκρούς, δηλαδή περίπου το μισό του προπολεμικού ασσυριακού πληθυσμού.
Σήμερα, η γενοκτονία των Ασσυρίων παραμένει ένα ζήτημα που αναζητά δικαίωση και διεθνή αναγνώριση. Ενώ λίγες χώρες έχουν αναγνωρίσει επίσημα τα γεγονότα αυτά, η Τουρκία συνεχίζει να αρνείται την ιστορική τους βάση. Η μνήμη του Σάιφο παραμένει ζωντανή μέσα από τις μαρτυρίες των επιζώντων και των απογόνων τους, αποτελώντας μια διαρκή υπενθύμιση του πόσο εύκολα μπορεί η ανθρωπότητα να λησμονήσει μαζικά εγκλήματα. Η ανάδειξη αυτής της ιστορίας είναι απαραίτητη όχι μόνο για την απόδοση τιμής στα θύματα, αλλά και για την κατανόηση των μηχανισμών του μίσους που οδηγούν σε τέτοιες καταστροφές.