Η ετήσια έκθεση του ΟΟΣΑ για την ελληνική εκπαίδευση, με τίτλο «Improving Learning Outcomes in Greece», παρουσιάζεται επίσημα σήμερα, Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026, στο Υπουργείο Παιδείας. Το πόρισμα αυτό αποτελεί την τρίτη κατά σειρά μεγάλη ανάλυση του οργανισμού για τη χώρα μας και περιλαμβάνει κρίσιμα ευρήματα που αφορούν τη χρηματοδότηση, τις επιδόσεις και τις δομικές μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται. Η έκθεση αναγνωρίζει τα θετικά βήματα που έγιναν στην προσχολική αγωγή και την ψηφιακή μάθηση, ωστόσο επισημαίνει χρόνιες αδυναμίες, όπως ο έντονος συγκεντρωτισμός και η έλλειψη τεκμηριωμένης εκπαιδευτικής πολιτικής βάσει δεδομένων.
Μία από τις πλέον ρηξικέλευθες προτάσεις της έκθεσης αφορά την αναμόρφωση του συστήματος αξιολόγησης των εκπαιδευτικών. Ο ΟΟΣΑ εισηγείται τη μεταφορά σημαντικού μέρους της ατομικής αξιολόγησης στο επίπεδο της σχολικής μονάδας, με την ενεργή εμπλοκή των διευθυντών, των μεντόρων και των συντονιστών μαθημάτων. Στόχος είναι η αξιολόγηση να αποκτήσει διαμορφωτικό χαρακτήρα, δηλαδή να συνδέεται άμεσα με την επαγγελματική ανάπτυξη και την επιμόρφωση του εκπαιδευτικού, αντί να αποτελεί μια τυπική ή γραφειοκρατική διαδικασία. Παράλληλα, προτείνεται η θέσπιση εθνικών προτύπων διδασκαλίας για την ευθυγράμμιση της αξιολόγησης με την εξέλιξη των διδασκόντων.
Στον τομέα της σχολικής διακυβέρνησης, η έκθεση προκρίνει τη μετάβαση από το σημερινό συγκεντρωτικό μοντέλο σε ένα σύστημα ενισχυμένης σχολικής αυτονομίας. Ο οργανισμός προτείνει την ενδυνάμωση των διευθυντών ώστε να λαμβάνουν ουσιαστικές αποφάσεις για το σχολείο τους, συνοδευόμενη από ένα πλαίσιο λογοδοσίας και υποστήριξης. Ως βασικά εμπόδια σε αυτή την κατεύθυνση εντοπίζονται η παγιωμένη κουλτούρα του συστήματος και η τυπική έως τώρα εφαρμογή της εσωτερικής αυτοαξιολόγησης των σχολείων, γεγονός που απαιτεί απλοποίηση των διοικητικών δομών για μεγαλύτερη ανταπόκριση στις πραγματικές ανάγκες.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται επίσης στην προσχολική εκπαίδευση και τον ψηφιακό μετασχηματισμό. Για την πρώτη, ο ΟΟΣΑ προτείνει την ενοποίηση της φροντίδας παιδιών κάτω των τεσσάρων ετών με την προσχολική εκπαίδευση και τη βελτίωση των συνθηκών στις υποδομές και τις αναλογίες εκπαιδευτικών ανά μαθητή. Για την ψηφιακή εκπαίδευση, διαπιστώνεται ότι τα εργαλεία υποχρησιμοποιούνται στις αίθουσες και προτείνεται ένας οδικός χάρτης για την ενίσχυση των ψηφιακών δεξιοτήτων των εκπαιδευτικών. Συνολικά, η έκθεση υπογραμμίζει ότι η Ελλάδα χρειάζεται συστηματικές και μακρόπνοες παρεμβάσεις αντί για αποσπασματικές αλλαγές, αποτελώντας τη βάση για τον επερχόμενο «Εθνικό Διάλογο» για την παιδεία.