Η υπόθεση που έμεινε γνωστή ως η αυτοκτονία της Καρύστου αποτελεί ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια των ελληνικών αληθινών εγκλημάτων της τελευταίας δεκαετίας. Όλα ξεκίνησαν τον Μάρτιο του 2013 στο χωριό Κόμητο, όταν ένας 45χρονος κτηνοτρόφος βρέθηκε νεκρός στο κρεβάτι του με μια σφαίρα στον κρόταφο. Η 34χρονη σύζυγός του κάλεσε την αστυνομία σε κατάσταση σοκ, υποστηρίζοντας ότι ο άνδρας της είχε βάλει τέλος στη ζωή του λόγω ψυχολογικών προβλημάτων. Η σκηνή είχε στηθεί με τέτοια προσοχή που αρχικά οι αρχές και η τοπική κοινωνία πείστηκαν για το σενάριο της αυτοχειρίας, βυθίζοντας την οικογένεια στο πένθος.
Ωστόσο, οι αστυνομικοί του τμήματος Καρύστου άρχισαν σύντομα να εντοπίζουν κενά στο αφήγημα της συζύγου. Τα εγκληματολογικά εργαστήρια αποκάλυψαν ότι στα χέρια του θύματος δεν υπήρχαν ίχνη πυρίτιδας, κάτι που θα ήταν αδύνατο αν είχε πυροβολήσει ο ίδιος τον εαυτό του. Επιπλέον, η θέση του όπλου σε σχέση με το σώμα του νεκρού ήταν αφύσικη, καθώς το πιστόλι βρέθηκε κοντά στο αριστερό του χέρι, ενώ εκείνος ήταν δεξιόχειρας. Αυτές οι λεπτομέρειες, σε συνδυασμό με τις αντιφάσεις στις καταθέσεις της χήρας, οδήγησαν τις αρχές να συνεχίσουν την έρευνα αθόρυβα για μήνες, ενώ εκείνη συνέχιζε να υποδύεται δημόσια τον ρόλο της συντετριμμένης γυναίκας.
Η αλήθεια έλαμψε εννέα μήνες αργότερα, όταν η σύζυγος κλήθηκε εκ νέου για ανάκριση και συνελήφθη ως η βασική ύποπτη για τη δολοφονία. Η αποκάλυψη ότι η ίδια είχε σκηνοθετήσει τον θάνατο του άνδρα της σόκαρε την κοινή γνώμη, ενώ τα μέσα ενημέρωσης την αποκαλούσαν μαύρη χήρα. Παρά τις φήμες για την ύπαρξη τρίτου προσώπου ή ερωτικού κινήτρου, τίποτα δεν επιβεβαιώθηκε επίσημα, αφήνοντας το ερώτημα του γιατί να πλανάται πάνω από την υπόθεση. Η γυναίκα οδηγήθηκε στη δικαιοσύνη, όπου παρά τους ισχυρισμούς της περί αθωότητας, τα στοιχεία ήταν καταλυτικά εναντίον της.
Στη δίκη που ακολούθησε το 2014, το δικαστήριο την έκρινε ένοχη για ανθρωποκτονία από πρόθεση. Αν και η ιατροδικαστική εξέταση παρουσίασε κάποιες επιστημονικές ασάφειες, η πλειοψηφία των δικαστών πείστηκε για την ενοχή της. Τελικά, της επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης 22 ετών, καθώς της αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου, γλιτώνοντας έτσι τα ισόβια. Η υπόθεση αυτή υπενθυμίζει με τον πιο τραγικό τρόπο πώς ένα καλοστημένο έγκλημα μπορεί προσωρινά να κρυφτεί πίσω από το προσωπείο μιας αυτοκτονίας, μέχρι η αλήθεια να βγει στην επιφάνεια μέσα από την επίμονη έρευνα των αρχών.