Τον Αύγουστο του 1988, η Αθήνα βρισκόταν υπό την πολιορκία ενός ακραίου καύσωνα, με τους κατοίκους να έχουν εγκαταλείψει την πόλη. Στη γειτονιά του Κολωνού, στην οδό Τυρνάβου 26, ένα σπίτι παρέμενε φωτισμένο μέρα και νύχτα, με το κλιματιστικό να δουλεύει ασταμάτητα. Η ανησυχία της αδελφής του Κώστα Ταχτσή, Ελπίδας Αρτέμη, την οδήγησε να μπει στο σπίτι το απόγευμα της 27ης Αυγούστου, όπου βρέθηκε μπροστά σε μια σκηνή που θύμιζε αρχαία τραγωδία. Ο σπουδαίος συγγραφέας του έργου «Το Τρίτο Στεφάνι» κείτονταν νεκρός στο κρεβάτι του, γυμνός, φορώντας μια ξανθιά γυναικεία περούκα και με τα νύχια του βαμμένα κόκκινα, σε ένα περιβάλλον που είχε λεηλατηθεί άγρια.
Ο θάνατος του Ταχτσή προκλήθηκε από στραγγαλισμό, αλλά η σκηνή του εγκλήματος ψιθύριζε μια πολύ πιο περίπλοκη ιστορία από μια απλή ληστεία. Ο δολοφόνος είχε μπει στο σπίτι ως καλεσμένος, καθώς δεν υπήρχαν ίχνη παραβίασης, ενώ ο συγγραφέας δεν προέβαλε καμία αντίσταση, πιθανότατα λόγω της μεγάλης ποσότητας αλκοόλ που βρέθηκε στο αίμα του. Παρόλο που αφαιρέθηκαν αντικείμενα αξίας, το μεγαλύτερο μυστήριο αφορούσε την εξαφάνιση της κασέτας του αυτόματου τηλεφωνητή και, κυρίως, του χειρογράφου της αυτοβιογραφίας του με τίτλο «Το Φοβερό Βήμα». Λίγες μέρες πριν, ο Ταχτσής είχε δηλώσει ενθουσιασμένος ότι το έργο αυτό θα «έκλεινε σπίτια», υπονοώντας αποκαλύψεις για πρόσωπα της υψηλής κοινωνίας.
Η προσωπικότητα του Ταχτσή ήταν πάντα μοιρασμένη ανάμεσα στον κοσμοπολίτη διανοούμενο της ημέρας και τον άνθρωπο του περιθωρίου της νύχτας. Ο συγγραφέας δεν έκρυβε την ταυτότητά του και συχνά σύχναζε στις πιάτσες της Ομόνοιας ως τραβεστί, προκαλώντας τις κοινωνικές συμβάσεις της εποχής. Η αστυνομική έρευνα στράφηκε γρήγορα στον κόσμο των ομοφυλοφίλων και των εκδιδομένων ατόμων, με προσαγωγές γνωστών φιγούρων της εποχής, όπως η Αλόμα, χωρίς όμως να προκύψει κανένα ενοχοποιητικό στοιχείο. Ο μυστηριώδης ξανθός άνδρας που εθεάθη να εισέρχεται στο σπίτι μαζί με τον συγγραφέα το βράδυ του φόνου δεν εντοπίστηκε ποτέ.
Η οικογένεια του συγγραφέα υποστήριξε χρόνια αργότερα ότι η σκηνή του εγκλήματος ήταν σκηνοθετημένη με τέτοιο τρόπο ώστε να στιγματιστεί ο νεκρός και να κλείσει η υπόθεση γρήγορα ως «έγκλημα μεταξύ ομοφυλοφίλων». Η υποψία για συγκάλυψη παραμένει ζωντανή, με πολλούς να αναρωτιούνται ποιον θα έβλαπταν οι αποκαλύψεις του χαμένου χειρογράφου. Η κηδεία του Ταχτσή αποτέλεσε μια σπάνια συνάντηση της πνευματικής ελίτ και των ανθρώπων του περιθωρίου, ενώ ο θάνατός του παραμένει μέχρι σήμερα ένας από τους πιο σκοτεινούς και θεατρικούς γρίφους της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, αφήνοντας πίσω του ένα έργο που συνεχίζει να προκαλεί και να συγκινεί.