Η 13η Νοεμβρίου 2015 παραμένει χαραγμένη στη συλλογική μνήμη ως μια από τις πιο σκοτεινές στιγμές της σύγχρονης γαλλικής ιστορίας. Όλα ξεκίνησαν το προηγούμενο βράδυ, όταν τρία αυτοκίνητα πέρασαν τα διόδια στη βόρεια Γαλλία κατευθυνόμενα προς το Παρίσι, μεταφέροντας έναν ολόκληρο στρατό από αυτόματα όπλα, εκρηκτικά και γιλέκα αυτοκτονίας. Οι τρομοκράτες είχαν οργανώσει το σχέδιό τους με απόλυτη ψυχρότητα, νοικιάζοντας κρησφύγετα και μελετώντας τους στόχους τους, ανάμεσα στους οποίους ήταν το στάδιο Stade de France και ο συναυλιακός χώρος Bataclan. Η πόλη, ανυποψίαστη, ετοιμαζόταν για ένα ήρεμο βράδυ Παρασκευής, με χιλιάδες ανθρώπους να διασκεδάζουν σε καφέ, εστιατόρια και γήπεδα.
Η πρώτη πράξη του δράματος εκτυλίχθηκε έξω από το Stade de France κατά τη διάρκεια του φιλικού αγώνα ποδοσφαίρου μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας. Τρεις βομβιστές αυτοκτονίας προσπάθησαν να εισέλθουν στο στάδιο, αλλά όταν απέτυχαν, πυροδότησαν τα εκρηκτικά τους έξω από τις πύλες. Οι εκρήξεις ακούστηκαν μέσα στο γήπεδο, προκαλώντας αρχικά σύγχυση, αλλά σύντομα έγινε φανερό ότι το Παρίσι δεχόταν μια συντονισμένη επίθεση. Ο τότε Πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ απομακρύνθηκε εσπευσμένα, ενώ οι αρχές προσπαθούσαν να καταλάβουν το μέγεθος της απειλής, καθώς οι πληροφορίες για πυροβολισμούς σε άλλα σημεία της πόλης άρχισαν να καταφθάνουν η μία μετά την άλλη.
Σχεδόν ταυτόχρονα, μια άλλη ομάδα τρομοκρατών επιτέθηκε στις γεμάτες βεράντες των καφέ και των εστιατορίων στο 10ο και 11ο διαμέρισμα του Παρισιού. Με καταιγισμό πυρών από καλάσνικοφ, οι δράστες σκόρπισαν τον θάνατο σε ανθρώπους που απολάμβαναν το δείπνο τους, σκοτώνοντας δεκάδες πολίτες μέσα σε λίγα λεπτά. Οι σκηνές που ακολούθησαν ήταν εφιαλτικές, με τους επιζώντες να προσπαθούν να βοηθήσουν τους τραυματίες ανάμεσα στα συντρίμμια και τους διασώστες να έρχονται αντιμέτωποι με μια ανείπωτη ανθρώπινη τραγωδία. Η πόλη βυθίστηκε στο χάος και τον φόβο, καθώς κανείς δεν ήξερε πόσοι τρομοκράτες κυκλοφορούσαν ακόμα ελεύθεροι στους δρόμους.
Η κορύφωση της φρίκης σημειώθηκε στο Bataclan, όπου 1.500 άνθρωποι παρακολουθούσαν μια ροκ συναυλία. Τρεις τρομοκράτες εισέβαλαν στον χώρο και άρχισαν να πυροβολούν αδιάκριτα το πλήθος, μετατρέποντας τη γιορτή σε σφαγή. Ακολούθησε μια πολύωρη ομηρία και μια αγωνιώδης επιχείρηση των ειδικών δυνάμεων της αστυνομίας. Οι μαρτυρίες των επιζώντων περιγράφουν στιγμές απόλυτου τρόμου, με τους δράστες να πυροβολούν οποιονδήποτε έκανε την παραμικρή κίνηση. Η τελική έφοδος της αστυνομίας έβαλε τέλος στον εφιάλτη, αλλά ο απολογισμός ήταν βαρύς, με 90 νεκρούς μόνο μέσα στο Bataclan.
Οι επιθέσεις της 13ης Νοεμβρίου άφησαν πίσω τους συνολικά 130 νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες, σημαδεύοντας για πάντα τις ζωές των οικογενειών τους και την ψυχή της Γαλλίας. Η αποτυχία των υπηρεσιών ασφαλείας να αποτρέψουν το χτύπημα οδήγησε σε ριζικές αλλαγές στην αντιτρομοκρατική στρατηγική της Ευρώπης. Σήμερα, η μνήμη των θυμάτων τιμάται ως σύμβολο ανθεκτικότητας απέναντι στο μίσος, υπενθυμίζοντας σε όλους ότι η ελευθερία και η καθημερινότητα που θεωρούμε δεδομένες μπορούν να ανατραπούν μέσα σε λίγα λεπτά από τον φανατισμό και τη βία.