Ζούμε σε μια εποχή όπου, παρά την πρόοδο, εξακολουθούν να παρατηρούνται ανησυχητικά φαινόμενα καταπάτησης της γυναικείας αυτονομίας. Τα διπλά πρότυπα και οι διακρίσεις εις βάρος των γυναικών παραμένουν ζωντανά, άλλοτε με τη μορφή «light» κοινωνικών αποκλεισμών και άλλοτε με ακραίες πράξεις βίας. Σε αυτό το σύγχρονο τοπίο, η μορφή της Σωτηρίας Μπέλλου αναδύεται όχι μόνο ως μια κορυφαία καλλιτέχνιδα, αλλά ως ένα διαχρονικό πρότυπο αντίστασης και αυτοδιάθεσης που θα μπορούσε να εμπνεύσει τον σημερινό αγώνα για πραγματική ισότητα.
Ενώ η μουσική της αξία και η συμβολή της στην ελληνική κουλτούρα είναι αδιαμφισβήτητες, εκείνο που συχνά διαφεύγει της προσοχής είναι η ασυμβίβαστη στάση της απέναντι στην πατριαρχική δομή της εποχής της. Η Μπέλλου δεν υπήρξε ποτέ η «σύζυγος κάποιου». Ήταν μια προσωπικότητα αυτόφωτη, το επώνυμο της οποίας επισκίαζε όποιον στεκόταν δίπλα της. Σε μια περίοδο που ο κοινωνικός ζυγός του συντηρητισμού απαιτούσε από τη γυναίκα απόλυτη υποταγή, εκείνη βρήκε το θάρρος να ορθώσει ανάστημα απέναντι στην κακοποίηση και τον εξευτελισμό.
Η προσωπική της ιστορία με τον Βαγγέλη Τριμούρα το 1938 αποτελεί μια σκληρή υπενθύμιση των όσων υπέφερε. Η Μπέλλου βίωσε έναν γάμο γεμάτο βία και αλκοολισμό, ο οποίος κορυφώθηκε με έναν άγριο ξυλοδαρμό που οδήγησε στην αποβολή του εμβρύου που κυοφορούσε. Παρά τον εγκλωβισμό που ένιωθε λόγω του κοινωνικού στίγματος, η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι ήταν η συστηματική απιστία του συζύγου της. Η αντίδρασή της —η επίθεση με βιτριόλι— ήταν μια πράξη απόγνωσης και εκδίκησης που δεν μπορεί να κριθεί αποκομμένη από το πλαίσιο της διαρκούς κακοποίησης που είχε υποστεί.
Αν και η πράξη της ήταν εγκληματική σύμφωνα με τον νόμο, οδηγώντας την στη φυλακή, η ουσία κρύβεται στη δύναμη που απαιτούνταν για να αντιδράσει μια γυναίκα εκείνης της εποχής. Ακόμα και μετά την αποφυλάκισή της, η Μπέλλου ήρθε αντιμέτωπη με την κατακραυγή της γειτονιάς, της κοινωνίας, ακόμα και της ίδιας της της οικογένειας, που την αντιμετώπιζαν ως μια «ατίθαση πρώην φυλακισμένη». Αυτή η κοινωνική απομόνωση ήταν που την ώθησε να αναζητήσει στήριγμα στην Αριστερά και το ΚΚΕ, βρίσκοντας εκεί μια νέα ταυτότητα και έναν σκοπό επιβίωσης μέσα στις δύσκολες μέρες της Κατοχής.
Η Σωτηρία Μπέλλου κατάφερε να μετατρέψει τον πόνο και την κοινωνική απόρριψη σε μια φωνή που εξέφρασε ολόκληρες γενιές. Το παράδειγμά της μας υπενθυμίζει ότι η σωματική και πνευματική αυτονομία δεν είναι δεδομένες, αλλά κατακτώνται με σκληρούς αγώνες. Σήμερα, που ο δημόσιος λόγος συχνά υστερεί σε θάρρος απέναντι στον σεξισμό και τον ρατσισμό, η Μπέλλου παραμένει ένα σύμβολο που μας καλεί να μην υποτασσόμαστε σε κανέναν «κοινωνικό ζυγό».