Η ιστορία των Ελλήνων στη Σοβιετική Ένωση σημαδεύτηκε ανεξίτηλα από μια σκοτεινή περίοδο διώξεων, γνωστή ως «Ελληνική Επιχείρηση». Πρόκειται για μια σειρά βίαιων καταστολών που οργάνωσε το καθεστώς του Ιωσήφ Στάλιν κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εκκαθάρισης, με στόχο τον αφανισμό της ελληνικής παρουσίας στις σοβιετικές περιοχές. Υπό την καθοδήγηση της μυστικής αστυνομίας NKVD, χιλιάδες άνθρωποι ελληνικής καταγωγής συνελήφθησαν, εξορίστηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης ή εκτελέστηκαν, με μοναδική κατηγορία την εθνική τους ταυτότητα.
Μια Ανθούσα Κοινότητα στη Δίνη των Πολιτικών Αλλαγών
Στα μέσα της δεκαετίας του 1920, οι σοβιετικές αρχές υπολόγιζαν την ελληνική παρουσία σε περίπου 300.000 άτομα, αν και οι ίδιοι οι Έλληνες ανέβαζαν τον αριθμό στους 440.000. Οι περισσότεροι ήταν αγρότες που ζούσαν στην ύπαιθρο, έχοντας μεταναστεύσει εκεί από την εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στην κοινότητα αυτή συνυπήρχαν Πόντιοι, Μαριουπολίτες, οικονομικοί μετανάστες παλαιότερων γενεών, αλλά και πολιτικοί πρόσφυγες του ΚΚΕ που αναζητούσαν άσυλο από τις διώξεις στην Ελλάδα. Παρά τις φιλοδοξίες για τη δημιουργία ενός ισχυρού ελληνικού πολιτιστικού κέντρου γύρω από τη Μαύρη Θάλασσα, η άνοδος του Στάλιν στην εξουσία μετά τον θάνατο του Λένιν ανέτρεψε κάθε ελπίδα για ευημερία.
Το Θανατηφόρο Διάταγμα και η Στοχοποίηση της Καταγωγής
Η αντίστροφη μέτρηση ξεκίνησε επίσημα τον Δεκέμβριο του 1937 με τη διαβόητη ντιρεκτίβα αρ. 50215, την οποία υπέγραψε ο κομισάριος εσωτερικών υποθέσεων Νικολάι Γιεζόφ. Το διάταγμα αυτό έθετε στο στόχαστρο κάθε Έλληνα, ανεξάρτητα αν ήταν σοβιετικός ή Έλληνας πολίτης. Οι κατηγορίες κυμαίνονταν από την «αντισοβιετική δράση» έως την εμπορική ιδιότητα, όμως στην πράξη η καταγωγή αρκούσε για να θεωρηθεί κάποιος ύποπτος. Το καθεστώς έβλεπε τους Έλληνες ως «ξένα στοιχεία» με επικίνδυνους δεσμούς με το εξωτερικό, γεγονός που οδήγησε στο κλείσιμο ελληνικών σχολείων, την απαγόρευση της γλώσσας και την παύση κυκλοφορίας των εφημερίδων πολύ πριν ξεκινήσουν οι μαζικές συλλήψεις.
Η Εφαρμογή του Τρόμου και οι Τρόικες της NKVD
Με την εφαρμογή του διατάγματος, ομάδες της μυστικής αστυνομίας άρχισαν να περιπολούν στους ελληνικούς συνοικισμούς της Αζοφικής, της Μαριούπολης και της Τιφλίδας. Άνδρες κάθε ηλικίας οδηγούνταν σε ολονύκτιες ανακρίσεις με την κατηγορία της κατασκοπείας. Η τύχη των συλληφθέντων αποφασιζόταν από τις «τρόικες», συνοπτικά δικαστήρια χωρίς δικηγόρους ή κανόνες δίκαιης δίκης, που επέβαλλαν θανατικές ποινές με συνοπτικές διαδικασίες. Όσοι γλίτωναν την εκτέλεση, οδηγούνταν στα διαβόητα γκουλάγκ στη Σιβηρία και το Καζακστάν, όπου οι συνθήκες καταναγκαστικής εργασίας καθιστούσαν την επιβίωση σχεδόν αδύνατη.
Ο Τραγικός Απολογισμός και η Διάλυση των Κοινοτήτων
Οι αριθμοί της «Ελληνικής Επιχείρησης» είναι συγκλονιστικοί, αν και τα ελλιπή αρχεία καθιστούν δύσκολο τον ακριβή υπολογισμό. Υπολογίζεται ότι συνελήφθησαν περίπου 14.000 Έλληνες, με πάνω από τα δύο τρίτα αυτών να χάνουν τη ζωή τους. Σε ορισμένες περιοχές εξορίας, όπως το Μαγκαντάν, το ποσοστό των εκτελέσεων άγγιξε το 96%. Οι διώξεις δεν σταμάτησαν το 1938, αλλά συνεχίστηκαν με διάφορες μορφές μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 1950, διαλύοντας οριστικά κοινότητες με ιστορία αιώνων.
Η «Ελληνική Επιχείρηση» δεν ήταν απλώς μια πολιτική εκκαθάριση, αλλά ένα στρατηγικό χτύπημα κατά ενός λαού που το σοβιετικό καθεστώς θεωρούσε ανυπότακτο και «δυτικότροπο». Το αποτέλεσμα ήταν η βίαιη αποκοπή των Ελλήνων από τις ρίζες τους και η επιβολή μιας σιωπής που κράτησε για δεκαετίες. Σήμερα, η μνήμη αυτών των γεγονότων παραμένει μια ανοιχτή πληγή, υπενθυμίζοντας το βαρύ τίμημα που πλήρωσε ο ελληνισμός της διασποράς στα χρόνια του ολοκληρωτισμού.