Η υπόθεση της «Εταιρείας Δολοφόνων» αποτελεί μία από τις πιο ανατριχιαστικές και σκοτεινές σελίδες της σύγχρονης ελληνικής εγκληματολογίας, η οποία αποκαλύφθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Πρόκειται για μια εγκληματική οργάνωση που έδρασε με τρόπο μεθοδικό και ανελέητο, έχοντας ως κύριο κίνητρο το οικονομικό όφελος μέσα από την οικειοποίηση περιουσιών μοναχικών και εύπορων ηλικιωμένων. Η αποκάλυψη της δράσης τους προκάλεσε σοκ στο πανελλήνιο, καθώς η σπείρα δεν δίσταζε να αφαιρέσει ζωές προκειμένου να πετύχει τους σκοπούς της, χρησιμοποιώντας ένα δίκτυο ανθρώπων που λειτουργούσε κάτω από την επιφάνεια της κανονικότητας.
Ο πυρήνας της οργάνωσης αποτελούνταν από άτομα που κατείχαν θέσεις-κλειδιά ή είχαν τη δυνατότητα να προσεγγίζουν τα θύματά τους χωρίς να κινούν υποψίες. Το modus operandi της σπείρας περιλάμβανε τον εντοπισμό ηλικιωμένων ατόμων χωρίς στενούς συγγενείς, τη σταδιακή προσέγγισή τους και την απόκτηση της εμπιστοσύνης τους. Στη συνέχεια, με πλαστογραφήσεις εγγράφων, διαθηκών και πληρεξουσίων, κατάφερναν να μεταβιβάσουν ακίνητα και τραπεζικές καταθέσεις στα μέλη της οργάνωσης. Όταν το «νομικό» κομμάτι ολοκληρωνόταν, τα θύματα εξαφανίζονταν ή πέθαιναν κάτω από «περίεργες» συνθήκες που αρχικά αποδίδονταν σε παθολογικά αίτια.
Η αντίστροφη μέτρηση για την «Εταιρεία Δολοφόνων» ξεκίνησε όταν ορισμένες υποθέσεις εξαφάνισης και θανάτων άρχισαν να παρουσιάζουν κοινά μοτίβα, προκαλώντας το ενδιαφέρον των αρχών και της ερευνητικής δημοσιογραφίας. Η μεθοδική έρευνα της αστυνομίας έφερε στο φως το βάθος της εγκληματικής δράσης, αποκαλύπτοντας έναν αριθμό θυμάτων που ξεπερνούσε κάθε φαντασία. Οι λεπτομέρειες των δολοφονιών, οι οποίες συχνά γίνονταν με τη χρήση ουσιών ή στραγγαλισμό, περιέγραφαν μια εικόνα απόλυτης απαξίωσης της ανθρώπινης ζωής μπροστά στο κέρδος.
Η δίκη των μελών της οργάνωσης υπήρξε μία από τις πιο πολύκροτες στην ιστορία των ελληνικών δικαστηρίων, με τις καταθέσεις και τα στοιχεία να παγώνουν το κοινό. Η καταδίκη των πρωταιτίων σε πολυετείς καθείρξεις και ισόβια έθεσε τέλος στη δράση της σπείρας, αλλά άφησε πίσω της ένα δυσαναπλήρωτο κενό και μια έντονη ανησυχία για το πόσο εύκολα μπορούν να γίνουν στόχος οι πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες. Η ιστορία αυτή παραμένει μέχρι σήμερα ένα διαχρονικό μάθημα για την ανάγκη κοινωνικής επαγρύπνησης και την προστασία των μοναχικών ανθρώπων από την αδίστακτη εγκληματικότητα.